Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουλιμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουλιμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Γενεαλογικά Δένδρα του Αετού Μεσσηνίας 4

 Είναι το τελευταίο κομμάτι από το κείμενο του Δημάρχου Ιωάννη Γιαννόπουλου με τις εξής παρατηρήσεις:
  1)Η έρευνα του Δημάρχου εκτός από τα σόγια που αναφέρει ο ίδιος ενδιαφέρει τους Καραϊσκαίους και τους Λονταίους οι οποίοι κατάγονται από τους Κουτρουμπαίους. 
  2) Ο κώστας Λμαπρόπουλος έχει συνεχίσει από εκεί που σταμάτησε ο Δήμαρχος για το σόι των Τσαλαμαναίων. 
  3) Αυτό το καμμάτι θα το δημοσιεύσω αργότερα και εφόσον υπάρχει ενδιαφέρον.  
  Ο Αθανάσιος έμεινεν μόνος από όλην την οικογένειαν. Η καρδιά του επέτρωσεν και ο χαρακτήρ της ψυχής του εσκλήρυνεν. Είπεν εις τον Σταύρον να επιστρέψει εις Σουλιμά εις την οικογενειάν του και ότι αυτός ήτο αποφασισμένος να ενωθεί με άλλους κλαρίτες ίνα εκδικηθή την ολοκληρωτικήν καταστροφήν της οικογενείας του από τους Τούρκους. Εφιλήθησαν και εχώρισαν.    
  Είπεν εις τον Σταύρον: 
  «Πέσε της Κατερίνης, αν με θέλει, να με περιμένει. Δεν θα αργήσω. Γλήγορα θα σβήσω την πυρκαγιά του μίσους με το αίμα των φονιάδων της οικογένειάς μου και θάρθω μαζί σας, γιατί τώρα εσείς είσαστε η δική μου οικογένεια που δεν την ξεχωρίζω από την δική μου αφανισμένη οικογένεια». 
  Γρήγορα έσμιξεν με άλλους κλαρίτες. Όλαι αι πληροφορίαι λέγουν ότι υπήρξεν σκληρός και αμείλικτος. Η μανία καταστροφής δι’ ‘ο,τι Τούρκικον τον έκαμναν ανήμερον θηρίον. Εφόνευεν αδιακρίτως άνδρες , γυναίκες ακόμη και παιδιά Τούρκων. Επυρπολούσεν οικίες και εκράυγαζεν εις κάθε καταστροφήν, ότι αυτά τα κάμνει ο Αθανάσιος Σιάγκας δια εκδίκησιν. Αυτήν την περίοδον των δύο ετών κατά τα οποία έκαμνεν ο Αθανάσιος εις το κλαρί, οι Τούρκοι τον αποκαλούσαν δια την σκληρότητάν του, λυσασμένον σκύλον και Σκυλοθανάσην. Το παρατσούκλιον αυτό του Σκυλοθανάση του έμεινεν ως τον θάνατόν του. 
  Έπειτα από δύο ετών ανταρσίαν επέστρεψεν εις Σουλιμάν. Εκεί ο Σταύρος τον παρουσίασεν με το επώνυμον Θανασογιώργην από το Ναύπλιον. Ενυμφεύθη την Αικατερίνην του Σταύρου Γκάζντα και εις Σουλιμά εγεννήθησαν οι δύο πρώτοι υιοί του , ο Γιώργης με το όνομα του παπούλη του Γιώργη και ο δεύτερος Σταύρος με το όνομα του άλλου παπούλη του Σταύρου. 
  Ο πεθερός του Σταύρος με τας πολλάς γνωριμίας και τα κουμπαριά τα οποία είχεν εις όλην την περιοχήν επληροφορήθη ότι οι Τούρκοι άρχισαν να υποψιάζονται ότι ο Θανασογιώργης ήτο ο Σκυλοθανάσης, ο υιός του Γιώργη Σιάγκα. Οι Γκαζντέοι ήταν μεγάλη οικογένεια. Ο πεθερός του Αθανασίου είχεν κουμπάρους εις Αετόν. Την ιδίαν ημέραν κατά την οποίαν επληροφορήθη τας υπόνοιας των Τούρκων δια τον Αθανάσιον έδωσεν εντολήν εις τον αδελφόν του Αρίστον και τον γαμβρόν του Αθανάσιον να εγκαταλείψουν την νύκταν το Σουλιμά και να μεταβούν εις Αετόν, να εύρουν τον κουμπάρον τον Μήτρον και να κρύψουν τον Αθανάσιον εις την οικίαν του Μήτρου. 
  Την επομένην ημέραν ο Σταύρος διέδωσεν ότι ο γαμβρός του ανεχώρησεν δια το Ναύπλιον διότι απέθανεν ο πατήρ του και θα παραμείνει εκεί να εργασθεί εις το παντοπωλείον του πατρός του και ότι εις ολίγας ημέρας θα αναχωρούσεν και η θυγατέρα του μετά των υιών της γρήγορα δια το Ναύπλιον, πλησίον του συζύγου της. Και χωρίς να απωλέσει χρόνον μετέβει αμέσως εις Αετόν, συνήντησεν τον κουμπάρον του Μήτρον και εσυνεννοήθη μαζί του να κτίσουν μιαν οικίαν του Αθανασίου. Ευρήκαν ένα μέρος εις το πάνω μέρος του χωρίου, πλησίον της οικίας την κατέχει σήμερον ο εξαδελφός μου Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος, εις Τσουρούμπιον , ανάμεσα σε θεόρατα πουρνάρια. Πολύ γρήγορα με την βοήθειαν πολλών συγγενών του πεθερού του Αθανασίου (Σκυλοθανάση) η οικία εκτίσθηκεν και εσκεπάσθη με πέτρινας πλάκες. Και μια νύκτα, ο Σταύρος Γκάζντας εφόρτωσεν εις τα μουλάρια όλο το νοικοκυριό του Αθανασίου, σιτάρια, τυριά, βούτυρα, γουρούνια, κότες, όλα τα αναχρικά, λεβέτια , τεντζερέδες και ένα κοπάδι γιδοπρόβατα και νύκτα πάλι έφθασαν εις Αετόν. 
  Με τας ενεργείας αυτάς του Σταύρου Γκάζντα, οι Τούρκοι έχασαν εξ ολοκλήρου τα ίχνη του Αθανασίου και ούτω ο Αθανάσιος (Σκυλοθανάσης) εγκαταστάθηκε εις Αετόν. Ο Αθανάσιος Σιάγκας εις Μερεζέν, Αθανασογιώργης εις Σουλιμάν και ως Γεωργόπουλος εις Αετόν, ο Γενάρχης των Τσαλαμανέω, των Μπακογιαννέων και των Κουτρουμπέων εδώ εις Αετόν και Αναστασοπουλέων εις Αρκαδιάν. 
  Παρακάτω αναφέρω και τα στοιχεία δια το πώς εσχηματίσθησαν τα σόγια για τα οποία αναφέρω πιο πάνω. Εκ’ του ζεύγους Αθανασίου Σιάγκα ή Γεωργόπουλου και της Αικατερίνης εγεννήθησαν πέντε υιοί και δύο θυγατέρες. 
  1. Ο πρώτος ονομάσθη Γιώργης, με το όνομα του πατρός του Αθανασίου 
  2. Ο δεύτερος ονομάσθη Σταύρος με το όνομα του πατρός της Αικατερίνης 
  3. Η τρίτη ονομάσθη Ουρανία με το όνομα της μητρός του Αθανασίου 
  4. Ο τέταρτος ονομάσθη Γιάννος με το όνομα του αδελφού του Αθανασίου. 
  5. Ο πέμπτος ονομάσθη Αναστάσιος με το όνομα του αδελφού του Αθανασίου. 
  6. Η έκτη ονομάσθη Ειρήνη ή Ρηνιώ με το όνομα της αδελφής του Αθανασίου. 
  7. Ο έβδομος ονομάσθη Γρηγόρης ή Κούτρας με το όνομα Γρηγόρης που ήταν το όνομα του θείου του αδελφού του πατρός του Αθανασίου. 

  Ο πρώτος ο Γιώργης εφονεύθη εις πάνω Λάπι μαζί με άλλους τρεις συγγενείς της μητρός του Αικατερίνης, Γκαζντέους σε μάχη με τους Τούρκους. 
  Ο δεύτερος ο Σταύρος εκ του οπίου κατάγονται οι Τσαλαμανέοι, έως ότου νυμφευθεί τον περισσότερον χρόνον του τον εζούσε πλησίον του παπούλη του Σταύρου, εξασκείτο με τα όπλα του παπούλη του και πολλές φορές έσμιγεν με τους κλαρίτες και πολεμούσε τους Τούρκους. Ενυμφεύθη εις ηλικίαν είκοσι εννέα ετών, όταν ήδη είχεν αρχίσει η Επανάστασις δια την απελευθέρωσιν του γένους, την θυγατέραν του Γρηγόρη Γκάζντα από το Σουλιμά την Βασιλικήν. 
  Η Τρίτη θυγατέρα του Ουρανία, απέθανεν εις ηλικίαν δέκα έξι ετών. 
  Ο τέταρτος υιός του, κοντός και παχύς, εξ’ ού και ονομάσθη Μπακογιάννης, ήτο γενναίος πολεμιστής, πολέμησε εις την Επανάστασιν του γένους, ελαβώθηκε δύο φοράς. Ενυμφεύθη και αυτός εις ηλικίαν είκοσι επτά ετών και εγέννησαν πολλά τέκνα. Εξ αυτού κατάγονται οι Μπακογιαννέοι. 
  Ο πέμπτος υιός ο Αναστάσιος από μικρός επολέμησεν εις την Επανάστασιν του γένους, έκαμνεν πολλά ανδραγαθήματα και ανεδείχθη εις την ιεραρχίαν την στρατιωτικήν. Ήτο δε ο μόνος εκ των υιών του Σταύρου (σ.σ Εννοεί Αθανασίου) ο οποίος είχεν έφεσιν προς τα γράμματα. Δια τον υιόν ατόν του Σταύρου (σ.σ Εννοεί Αθανασίου) , ο οποίος τελικώς εγκατεστάθη εις Αρκαδιάν, θα ερευνήσω την σταδιοδρομίαν του και θα την καταγράψω εις άλλο σημείον του παρόντος βιβλίου. 
  Η έκτη, η θυγατέρα Αθανασίου υπανδρεύθη εις Αρκαδιάν εις ηλικίαν 19 ετών. 
  Ο έβδομος ο Γρηγόρης, του οποίου προσήψαν το παρατσούκλιον Κούτρας, διότι συχνά έλεγεν την φράσιν « Πρέπει να τόχει η κούτρα σου» και εκ του οποίου κατάγονται οι Κουτρουμπέοι. Παρέμεινεν πλησίον του πατρός του Αθανασίου και ήτο ο κυριώτερος δουλευτής της οικογενείας, διότι οι άλλοι τον περισσότερον χρόνον τον περνούσαν στο κλαρί και την Επανάστασιν του γένους μέχρι την απελευθέρωσιν της περιοχής μας από τους Τούρκους. 
  Δια τα σόγια των Μπακογιαννέων και των Κουτρουμπέων, είναι υποχρέωσις της τωρινής γενεάς των σογιών αυτών, να παραδώσουν την συνέχειαν των προγόνων των εις τους απογόνους των και ούτω καθεξής. 
  Εγώ θα καταγράψω εδώ δια την τωρινήν γενεάν των Τσαλαμανέων την συνέχειανν της γενεάς του Σταύρου, διατί επήρεν το παρατσούκλιον Τσαλαμάνης και διατί εδιαφοροποιήθησαν τα επωνύμιατα μέσα εις το σόι των Τσαλαμανέων. 
  Ο Σταύρος είχεν λάβει το επώνυμον εκ των ονομάτων του ιδικού του και το όνομα του πατρός του και ονομάζεται Σταύρος Σταυροθανάσης. Ο χαρακτήρ του ήτο σκληρός και ευερέθιστος. Το παραμικρόν του επροκαλούσεν οργήν. Υψηλός στο ανάστημα, γεροδεμένος και πολύ δυνατός. Έλεγον ότι με τον γρόθον του εφόνευεν ταύρον. Εις ηλικίαν δέκα εννέα ετών εκατέβαινεν εξ Καρυτένης μόνος, οδεύων προς Μερεζέν. Εις έν σημείον είδεν έμπροσθεν του δύο Τούρκους οι οποίοι όρμησαν ίνα τον συλλάβουν. Ο Σταύρος, ριψοκίνδυνος ως ήτο, δεν απώλεσεν την ψυχραιμίαν του, τους επετέθη και με αλλεπαλλήλους γρόνθους τους εξουδετέρωσεν, τους αφόπλισεν, εν συνεχεία τους εποδοπάτησεν τας κεφαλάς των και τους εγξκατέλειψεν χωρίς να τους φονεύση. Αυτοί οι δύο Τούρκοι έδωκαν το παρατσούκλιον εις τον Σταύρον. Τον απεκάλεσαν Τσκαλαμάν, το οποίον σχηματίζεται από τις δύο Τουρκικάς λέξεις . Την λέξιν Τσακάλ, όπου εις τα Ελληνικά σημαίνει θως (Τσακάλι) και την λέξιν αμάν. Δηλαδή Αμάν το Τσακάλι. Αυτό διεδόθη από στόμα εις στόμα και του παρέμεινεν το παρατσούκλιον Τσακαλαμάνης εις την αρχήν και Τσαλαμάνης εις την συνέχειαν με την αποβολήν του του γράμματος «κ». 
  Ο Σταύρος ενυμφεύθη είκοσι και εννέα ετών, την κόρην του Γρηγόρη Γκάζντα, ανηψιού του Σταύρου Γκάζντα, την Βασιλικήν. Ο γάμος έγινεν εις Σουλιμά και όπως λένε το γλεντοκόπιον εκράτησεν δύο εβδομάδας. Παρέμεινεν μετά τον γάμον του, εις τον παπούλην του τρία χρόνια και μετά ήλθεν εις Αετόν. Ο Σταύρος μετά της συζύγου του Βασιλικής, η οποία όταν υπανδρεύθη ήτο δεκα εννέα ετών, εγέννησεν δέκα τέσσερα τέκνα εν όλω. Ένδεκα υιούς και τρεις θυγατέρας. Απέμειναν όμως εις την ζωήν οκτώ υιοί και μια θυγατέρα η Ειρήνη η οποία υπανδρεύθη εις Πάτραν. 
  Οι τρεις υιοί ου Σταύρου, οι οποίοι απέθαναν, πριν νυμφευθούν και δεν άφησααν κλήρον. Ήσαν: 
  Ο πρωτότοκος υιός Αθανάσιος ο οποίος εφονεύθη εις ηλικίαν δέκα επτά ετών εις συμπλοκήν μετά χωροφυλάκων πλησίον του χωρίου Σουλιμά προσπαθώντας να απελευθερώσει έναν εξάδελφόν του από το Σουλιμά, τον οποίον είχον συλλάβει οι χωροφύλακες. 
  Οι δύο άλλοι υιοί του, ο Γιώργης και ο Αναστάσης (Ονόματατων αδελφών του) και οι δύο κόραι Αικατερίνη και Ουρανία (Ονόματα της μητρός του και της μανίτσας του) απέθαναν από διαφόρους ασθενείας. 
  
Οι υπόλοιποι υιοί του ήταν: 
  
Α. Αυτοί οι οποίοι τα επωνυματά των τα εσχημάτισαν από το όνομα του πατρός των και ονομάστηκαν Σταυρόπουλοι και αυτοί ήταν: 
  1. Αγγελής και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Αγγελέοι 
  2. Θεόκριτος και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Θεοκριτέοι 
  3. Διονύσιος και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Διονυσέοι 
  4. Μεμές και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Μεμέοι 
Β. Αυτοί οι οποίοι τα επονύματά των τα εσχημάτησαν από τα ιδικά των ονόματα και αυτοί ήταν: 
  1. Γρηγόρης και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Γρηγοροπουλέοι 
  2. Γιάννης και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Γιαννοπουλέοι 
  3. Θοδωράκης και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Θεοδωροπουλέοι ή Χαρδέοι 
  4. Λάμπρος και η γενιά του ονομάστηκε σειριά με το όνομα Λαμπρακέοι 

Οι σημερινές γενιές από αυτές τις σειριές ας παραδόσουν την συνέχειαν εις τους ιδικούς των απογόνους. Όσον αφορά τους Αναστασοπουλέους, θα προσπαθήσω να ερευνήσω την εξέλιξιν του Γένους αυτού και να την καταγράψω εις το παρόν βιβλίον, εις το οποίο έχω αφήσει προς τούτο τρεις σελίδας λευκάς δια την συνέχειαν με την παρούσαν έρευναν. 
              ΕΝ Αετώ και εν έτη 1903 
                      ΥΠΟΓΡΑΦΗ 
           ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Γενεαλογικά Δένδρα του Αετού Μεσσηνίας 3



Συνέχεια από το:Γενεαλογικά Δένδρα του Αετού Μεσσηνίας 2

  Μετά ξεκίνησαν γρήγορα με το ποίμνιόν των και ό,τι υπάρχοντα κατόρθωσαν να φορτώσουν εις τα τέσσερα μουλάρια τους και κατέβηκαν εις το χωρίον Μήλα Μεσσηνίας  όπου ήτο υπανδρεμένη η αδελφή του Γιώργη με τον Πάνον Καρατζάν. Και εκεί δυστυχώς , προδοθήκανε και γρήγορα φτάσανε οι Τούρκοι και περικύκλωσαν το χωρίον. Με τη βοήθεια του γαμβρού του Πάνου κατόρθωσαν και έφυγαν από το χωρίον Μήλα. Πίσω οι Τούρκοι έπιασαν τη σύζυγον του Πάνου Καρατζά και αδελφή του Γιώργη και την κόρη του Γιώργη τη Ρηνιώ. Την αδελφή του Γιώργη την εβασάνισαν δια να μαρτυρήσει που ήταν ο αδελφός της και τα ανήψια της και στο τέλος την έκαψαν ζωντανή. Την σύζυγο του Γιώργη την φόνευσαν αμέσως. Τη Ρηνιώ την επήρανε μαζί τους. Την εύρηκεν κομματιασμένη ένας Μερεζέος έξω από ένα χάνι που εγύριζεν από την Τρίπολιν. Την εφόρτωσεν επάνω εις το μουλάρι του ο καλός αυτός άνθρωπος και την έφερε εδώ εις Μερεζέ και την έθαψαν. Περισσότερα δια την τύχην αυτών των ανθρώπων θα μάθεις εις το Σουλιμά από την οικογένειαν των Γκαζντέων μου είπεν ο Γέροπαπασούκας διότι εκεί ενυμφεύθη ο υιός του Γιώργη Σιάγκα ο Αθανάσιος.
  Έπειτα μετέβην εις Σουλιμά και ευρήκα τον Γιώργον τον Γκάζντα εγγονόν του Σταύρου Γκάζντα ο οποίος ήτο πεθερός του Αθανασίου Σιάγκα.
Αυτός μου διηγήθη τα εξής:
  «Ο Γιώργης Σιάγκας μετά του γαμβρού του Πάνο Καρατζά και των δύο υιών του τον Αναστάσιον και τον Αθανάσιον, όταν κατόρθωσαν να διαφύγουν από τον κλειό των Τούρκων εις το χωρίον Μήλα κατέφυγον εις Γαράντζαν όπου είχον κουμπάρους και φίλους. Προδίδονται όμως και κυκλώνονται από τους Τούρκους. Ταμπουρωμένοι μάχονται όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι δεν ήταν πολλοί. Ήτο μια ομάδα από έξι Τούρκους. Εφονεύθη ο γαμβρός του Γιώργη Πάνος και ελαβώθηκε ο υιός του Αθανάσιος. Εφονεύθησαν και δύο από το Τούρκικον απόσπασμα. Όταν έπεσε καλά το σκοτάδι , ο Γιώργης με την βοήθειαν του Αναστασίου εφορτώθηκαν τον Αθανάσιον και με την βοήθειαν της νυκτός κατόρθωσαν να ξεφύγουν και κατευθύνθησαν προς τα Σουλημοχώρια. Εκεί ο Γιώργης είχεν έναν αδελφοποιτόν και κουμπάρον του τον Σταύρον Γκάζντα.
  Αφήσανε τον Αθανάσιον εις το μαντρί του Σταύρου Γκάζντα έξω από το χωρίον Σουλιμά και έφυγαν αμέσως δια την περιοχήν του Μερεζέ δια να μάθουν τι απέγινε εις το χωρίον των. Έφθασαν έξω από την Καρύτεναν και ειδοποίησαν τον κουμπάρον τους ,τον Νικόλαον Γκρέκαν (Τον είχεν στεφανώσει ο Γιώργης Σιάγκας και του είχεν βαπτίσειτον ρωτότοκον υιόν του) ο οποίος ήτο προεστός εις την Καρύτεναν και του ζήτησαν να τον ιδούν. Επήγεν ο Νικόλαος την νύκταν τους επήρε και τους επήγεν εις την οικίαν του. Από τον Νικόλαον έμαθαν ότι οι Τούρκοι έπιασαν τον γέρο πατέρα του Γιώργη μαζί με την μητέρα του, τον αδελφόν του Γρηγόριον με τας δύο του κόρας, έβαλαν φωτιά εις τας οικίας των και τους επήγαν όλους εις την Τρίπολιν, όπου τους εφυλάκισαν και τους εκρέμασαν όλους μέσα εις την φυλακήν.
  Τους είπεν ακόμη ότι δεν ημπορεί να τους φυλοξενήσει δια πολύν χρόνον εις την οικίαν του , διότι όλοι ήξεραν την συγγενειάν των και τας σχέσεις των και ότι ήτο δυνατόν να έλθουν οι Τούρκοινα τους πιάσουν και να εύρει και αυτός τον μπελάν του. Τους συνεβούλευσε να φύγουν δια την Μεσσηνίαν και να αλλάξουν τα ονόματα και τα επώνυμά των. Συμφώνησαν να φύγουν σε δύο ημέρας. Δεν πέρασαν όμως οι δύο ημέραι και τα χαράματα της δεύτερης ημέρας όπου ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν ένα απόσπασμα από οκτώ Τούρκους είχαν κάνει κλειό γύρω από την οικίαν του Γκρέκα και φώναζαν τον Γιώργη και τον υιόν του να παραδοθούν.
Ελάτε να μας πιάσετε εφώναξεν ο Αναστάσιος. Ο Νικόλας εξήλθε της οικίας , πλησίασε τους Τούρκους , συνομίλησε μαζί τους , αλλά ουδείς έμαθεν τι ακριβώς είπεν εις τους Τούρκους. Έγινε μάχη μέχρι το απόγευμα. Ο Γιώργης εφονεύθη και ο Αναστάσιος βαριά λαβωμένος πιάστηκε από τους Τούρκους, τον μετέφεραν εις την Τρίπολιν και τον εκρέμασαν εις τον πλάτανον της πλατείας.
Ο Νικόλας ο Γκρέκας έμειναν εις το αρχοντικόν των έως τον θανατόν του . Ο υιός του , ο βαπτιστικός του Γιώργη Σιάγκα , μετά το γεγονός της συλλήψεως του Νονού του και του υιού του Αναστασίου από τους Τούρκους κατηγόρησε τον πατέρα του ότι αυτός επρόδωσε τον Νονόν του και εις ηλικίαν είκοσι ετών εγκατέλειψεν την οικίαν του πατρός του και την Καρύτενα, και ουδείς έμαθεν έκτοτε νέα του.
  Ο Νικόλας ορκιζότανε ότι δεν το έκανε αυτός έκλαιγεν και οδύρετο καθημερινώς δι’ αυτό και ουδείς δεν έμαθεν τίποτε δια τον ρόλον τον οπίον εδραμάτησεν εις αυτήν την ιστορίαν.
  Ο υιός του Γιώργη Σιάγκα , ο Αθανάσιος παρέμεινεν εις το μαντρί του Σταύρου Γκάζντα δυο περίπου μήνας έως ότου εθεραπεύθει πλήρως η πληγή του και αφού ευχαρίστησεν τον κουμπάρον και ψυχοθείον του (Ψυχάδελφος του πατρός του) του είπεν ότι δεν μπορεί να παραμείνει άλλο, διότι πρέπει να φύγει δια την περιοχήν του χωρίου του ίνα μάθει τι απέγιναν ο πατήρ του και ο αδεφός του Αναστάσιος.
  Από τον ψυχοθείον του Σταύρο, έμαθεν δια τηντύχην της μητρός του Ουρανίας, της αδελφής του Ρηνιώ, της θείας του, αδελφή του πατρός του. Ο Σταύρος Γκάζντας είπεν εις τον Αθανάσιον, ότι αφού δεν έδωσαν σημείο ζωής , εξήκοντα ημέρας, θα πρέπει να έχουν φονευθεί ή να τους έχουν συλλάβει οι Τούρκοι και πως προτιμότερον θα ήτο να μην βάλει εις κίνδυνον την ζωήν του και να παραμείνει μαζί του. Ο Αθανάσιος όμως ήτο ανένδοτος. Η ορμή των είκοσι χρόνων τον τραβούσε με μιαν ακατανίκητον δύναμιν, ίνα μεταβεί εις τον τόπον του, δια να μάθει δια τον πατέραν του και τον αδελφόν του. Τον Σταύρον τον εσεβόταν και τον αγαπούσεν ωσάν δεύτερον πατέραν του, αλλά δεν ημπορούσε να παραμείνει. Τον επαρακάλεσεν όμως να του δώσει  μίαν διμούτσουνην μπιστόλα, μπαρουτόβολα και ένα γιαταγάνι. Ο Σταύρος είχεν ολόκληρην οπλαποθήκην και τον περισσότερον χρόνον μαζί με άλλους Σουλιμαίους, βρισκότανε στο κλαρί. Έδωσεν εις το Αθανάσιον αυτά τα οποία εζήτησεν αρματώθηκεν και ο ίδιος και του είπεν. Αφού δεν κάθεσε θα πάμε αντάμα. Δεν θα σε αφήσω να χαθείς και εσύ. Η θυγατέρα μου η Κατερίνα σε περιμένει, κι’ αν θέλεις την κάνεις τώρα γυναίκα σου και εμένα πατέρα σου.
  Ο Αθανάσιος εξαφνιάσθη από αυτήν την απρόσμενην πρότασιν του ψυχοπατρός του. Την Κατερίνην την εποθούσεν η καρδιά του, αλλά θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να της εκδηλώσει τον πόθον του, διότι αυτό το εθεωρούσεν ως την μεγαλυτέραν ατιμίαν να είπη κάτι παρόμοιον εις την θυγατέραν αυτού του ανθρώπου ο οποίος του συμπεριεφέρθη ωσάν να ήτο υιός του.
«Πάμε ψυχοπατέρα και κουμπάρε , του είπεν, και εάν γυρίσουμε ζωντανοί, θα γίνει αυτό που πεθυμάει η καρδιά σου».
  Ο Σταύρος Γκάζντας είχεν κουμπάρους και φίλους εις όλα τα χωριά της περιοχής και εις όλα τα μαντριά και πολύ εύκολα επληροφορήτο δια τας κινήσεις των Τουρκικών αποσμασμάτων. Έπειτα από δύο ημέρας έφθασαν εις Καρύτεναννύκτα και επήγαν εις την οικίαν του Νικόλα Γκρέκα. Όταν τους είδεν ο Γκρέκας εφοβήθη διότι ενόμισεν ότι ήλθον να τον φονεύσουν. Τους είπεν: «Κάτσετε να φάτε και μετά να σας μολογήσω τι έτρεξε. Μετά αν κρίνετε ότι είμαι φταίχτης, σκοτώστε με».
  Ο Σταύρος και ο Αθανάσιος δεν ηνόησαν διατί τα έλεγεν όλα αυτά. Ο Γκρέκας τους εδιηγήθη την ιστορίαν και ότι μετά ταύτα ο υιός του τον εθεώρησεν υπεύθυνον δια προδοσίαν και εγκατέλειψεν την οικίαν των.
  Δεν είχον εισέτι τελειώσει το φαγητόν και ο Αθανάσιος ηγέρθη έσυρεν την μπιστόλαν του και την ακούμβησεν εις το στήθος του Γκρέκα. Ο Σταύρος ηγέρθη αμέσως έπιασεν την μπιστόλαν του Αθανασίου και του είπεν: «Όχι Θανάση !! Ατό μπορώ να το κάνω και εγώ. Αλλά για να το κάνω πρέπει να είμαι σίγουρος ότι δικάζω δίκια. Έχω όμως αμφιβολία. Αν τόχει κάνει ας το βρει από τον Θεό. Μόνο που δεν μπορούμε να συνεχίσουμε το φαί. Η αμφιβολία θα μας βαρύνει το στομάχι. Πάμε να φύγουμε».
Και έφυγαν πάλι νύκτα από την Καρύτεναν».
Θα συνεχιστεί......