Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΛΚΟΣ -ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ Α΄ ΜΕΡΟΣ

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΕΛΚΟΣ

Όλοι σχεδόν οι ιστορικοί που ασχολήθηκαν με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 έχουν αναφορές στο σπουδαίο γεγονός του χαλασμού των κλεφτών της Πελοποννήσου το 1806. Επειδή στην ιστορία του χαλασμού πρωτεύοντα ρόλο διαδραμάτισε ο Γιώργος Μπέλκος είναι το κυρίαρχο πρόσωπο στη περίοδο εκείνη κατά τους Άγγλους περιηγητές και Έλληνες Ιστορικούς. Ο καπετάν Γιώργας μετά το θάνατο του Ζαχαριά είναι ουσιαστικά ο αρχηγός των κλεφτών έχοντας πλούσια δράση και ενέργειες που έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στις αποφάσεις του Σουλτάνου για τον κατατρεγμό και τελικά την εξόντωση των κλεφτών. Εμπεριστατωμένη μελέτη για τα γεγονότα έχει κάνει ο Ιστορικός Γιάννης Βλαχογιάννης στο έργο του «ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ». Μέσα από την αφήγηση του Βλαχογιάννη θα δούμε τις ιστορικές πηγές των Άγγλων περιηγητών και των άλλων ιστορικών.

Ο Άγγλος Leake περιηγητής στην Πελοπόννησο το 1805.

24 Απρίλη 1805. «Τα τελευταία κατορθώματα του Καπεταν Γιώργου και των παλληκαριών του, πού συχνάζανε στο Μοναστήρι του Βουλκάνου , τα κατάτρεξε η αρχή και υποπτευότανε τους καλογέρους, πώς βοηθούσανε τους Κλέφτες γι’ αυτό τους εξόρισε από το μοναστήρι και από τα μετόχια...» (τ. Α', σ. 385)

5 Μάη 1805. «Θέλοντας να περάσω από την Καλαμάτα στο Μυστρά, από το βουνίσιο δρόμο που φέρνει από την Κούτσοβα (Βρίσκεται στη Δυτική πλευρά του Ταϋγέτου), ήτανε κάποια, δυσκολία σ' αυτό, γιατί οι κλέφτες δύο μήνες πρωτύτερα έχανε κατέβει στον κάμπο της Καλαμάτας και είχαν πράξει κάμποσες ληστείες, μα ο κυρ Ηλίας φρόντισε για μουλάρια και μούδωσε συντρόφους βουνίσιους χωριά­τες, που οι κλέφτες τα είχαν καλά μαζί τους. Το κακό είναι όμως που τρεις, μέρες πρωτύτερα ο Καπετάν Γιώργος Κολοκοτρώνης ο ίδιος, με ένα μεγάλο σώμα από παλληκάρια του, φάνηκε ξαφνικά πίσω από τους κήπους των Καλυβιών της Καλαμάτας και σκλάβωσε 5—6 ανθρώπους. Οι Αρβανίτες, που ήτανε σταλμένοι τελευταία στην Καλαμάτα, ως 40, από τον Πασά, τους ρίχτηκαν, άνοιξαν πόλεμο μαζί τους κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Λια, πλήγωσαν έναν ή δύο, μα οι κλέφτες ξεφύγανε μαζί με τα λάφυρά τους και τώρα βρίσκον­ται στην Κούτσοβα . Ο Γενίτσαρός μου Αμούς (Ταχτικός σύντροφος των περιηγητών που αντιπροσώπευε την Δημόσια Αρχή) μου πρότεινε να με περάσει από τα βουνά με τη βοήθεια του φίλου του Καπετάν Αντωνάκη από τη Λογκάστρα, γιατί αυτός θα μπορούσε να του στείλει ένα ή δύο από τα παιδιά του συντροφιά (Μανιάτικο συνήθειο που αποσκοπούσε στην ασφάλεια της συνοδείας) . Όμως οι προύχοντες της Καλαμάτας είχαν τελευταία παραπονεθεί στον Πασά, πως η δύναμη η σταλμένη για τους, κλέφτες δεν ήταν αρκετή, και τώρα φοβόνταν μήπως, δεν περάσω άφοβα το βουνό, που οι κλέφτες τόχουνε λημέρι τους (Εννοεί το μέρος του Ταϋγέτου έξω από τα σύνορα της. Μάνης προς το Μυστρά), ο Πασάς θα νομίσει πώς τον απατήσανε. Χωρίς. άλλο οι κλέφτες οι ίδιοι θα μπορούσαν, χωρίς κίνδυνο, να μας οδηγήσουν, αν τούς πληρώναμε κάποιο συμφωνημένο ποσό, και θα φυλάγανε το λόγο τους. Και ο φίλος μου κοτζαμπάσης είναι ανήσυχος τρομερά μ' αυτή την πρόταση και λέει πώς αν δεν τα καταφέρουμε, χωρίς άλλο χάνει το κεφάλι του. Αναγκά­στηκα λοιπόν ν' αλλάξω το σχέδιο της πορείας μου. Κάμποσον καιρό πρωτύ­τερα οι κλέφτες κρατούσαν τα κορφοβούνια από τον Ταΰγετο ίσα με το Λύκαιο καθώς άκουσα, την ημέρα πού το πέρασα………….

Γιάννης Βλαχογιάννης

Ας βγούμε και μείς παγανιά γυρεύοντας τα χνάρια των κλεφτών τα τελευταία. Πέφτουμε απάνου πρώτα σ έναν άγνωστο Κλέφτη Γιώργα, πού ό Leake μιλεί πολύ γι αυτόν. «Γιώργας», έτσι γνωστός χωρίς Επίθετο, είναι αρχηγός Κλεφτών περίφημος στην ιστορία του χαλασμού, καθώς θα φανεί πιο κάτω. Ο Leake, ενώ πρώτα τον αναφέρει μοναχά με το βαφτιστικό του, έπειτα προσθέτει κι επίθετο, «Γιώργος Κολοκοτρώνης», εξηγώντας με τη φράση «ο ίδιος», πως, εννοεί το Γιώργο, που τον ανάφερε λίγο πιο πάνου. Αυτό ση­μαίνει πως θα ρώτησε τους χωριάτες εκείνος όμως που του ξήγησε πως ο Γιώργος ήτανε Κολοκοτρώνης, τον γέλασε χωρίς να θέλει. Οι χωριάτες του Μυστρά και της Καλαμάτας ακούγανε πολύ συχνότερα τούς Κολοκοτρωναίους, οικογένεια Κλέφτικη από πολλά μέλη, παρά το Γιώργα τον άγνωστο ή λίγο γνωστό, ίσως, ως εκείνο τον καιρό. Ο Γιώργας δεν άργησε να φανεί Κλέφτης φοβερός, καθώς θα τόνε δείτε παρακάτω, πάντα όμως με το μικρό του όνομα γνωστός, ενώ Γιώργος Κολοκοτρώνης πουθενά δε φαίνεται ούτε στις ανέκδοτες πηγές, ούτε στο Φραντζή, ούτε ακόμα στην Αυτοβιογραφία του Θεοδωράκη ,πού αραδιάζει, περιγράφοντας το χαλασμό, όλα τα ονόματα της γενεαλογίας του, όσους χαθήκαν ή γλύτωσαν. Όμως Γιώργο δεν αναφέρει πουθενά. O Γιώργος Κολοκοτρώνης σκοτώθηκε μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντή στην Καστάνιτσα, στα 1780. Αν άφησε παιδί ή εγγόνι, αυτός θα ήτανε μικρός ή ασήμαντος, αφού, καθώς είπα, ούτε τον αναφέρει ο Θεοδωράκης. Ο Γιώργας όμως, ο χω­ρίς επίθετο, παίζει το κύριο μέρος στο δράμα του χαλασμού. Ο Ρήγας Παλαμήδης, καθώς είδατε, μιλώντας για το χαλασμό, αναφέρει πως χαλαστήκαν οι Κολοκοτρωναίοι μαζί κιο «Γιώργας από τον Αετό». Αυτόν μοναχά κρίνει άξιο ν' αναφέρει απ’ όλους τους άλλους Κλέφτες του Μοριά. Ο Γιώργας ήταν από τα Κοντοβούνια της Τριφυλίας, χωριό Αετός. Κυνηγημένος από το δυ­νατό προύχοντα των Γαργαλιάνων ίσως ήτανε παυμένος Κάπος, όπως είχαν παυτεί και οι Κολοκοτρωναίοι βέβαιο είναι όμως πώς ή περίφημη αιχμαλω­σία αυτού του προύχοντα, που έδωσε αφορμή στο χαλασμό, γίνηκε με θέλημα του Γιώργα, με την αρχηγία του Γιώργα. Το Γιώργα ακολούθησαν οι Κολοκοτρωναίοι, δίνοντας τη βοήθεια τους, για να κάμει ο Γιώργας το σκοπό του, άλλο κανένα συμφέρον δεν είχαν οι Κολοκοτρωναίοι ν’ ανακατευτούνε στα πο­λιτικά των Γαργαλιάνων σαν Κάποι ξεπεσμένοι θα βοήθησαν Κάπο ξεπεσμένο, σύντροφό τους. Αυτά τα περιστατικά θα τα δείτε γραμμένα παρακάτω.. Τ' όνομα του Γιώργα, έτσι ορφανό από οικογενειακό Επίθετο, θα έμαθε ο λογιώτατος Φαλέζ πως το αναφέρουν οι Άγγλοι περιηγητές κ' έπλασε ένα Γιώργα πρώ­τον ξάδερφο του Γέρου, στολισμένο με ψεύτικα τραγούδια, με κατορθώματα περίφημα, να σκοτώνεται μαζί με τους άλλους στης Αιμυαλούς τ' αμπέλι κλπ. Όμως αν υπήρχε εκεί κανένας Γιώργος πρωτεξάδελφος του Θεοδωράκη, θα τον ανάφερε στην αυτοβιογραφία του, καθώς ανάφερε τον Αντώνη, που, τάχα, ό Γιώργας ήταν αδερφός του, κατά το Φαλέζ. Όμως δε φτάνει αυτός ο Γιώργας στο Φαλέζ, άλλα αναφέρει και Γιωργακλή, πρωτεξάδελφο κι αυ­τόν του Γέρου, πού σκοτώθηκε κι αυτός μαζί με τους άλλους στο χαλασμό, (Θεοδ. Γ. Κολοκ. «Ολίγα τινά περί στρατ. ανατροφής» σ. 59—63. Ο συγγρ. είναι ο ίδιος ο Φαλέζ).

Άγγλος περιηγητής Dodwell (Β' σελ. 351):

«Αναπαυτήκαμε στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία) δύο ημέρες, και στις:

2 Φεβ. 1806 προχωρήσαμε με σκοπό να επισκεφτούμε τη Μεσσηνία και χωριστά το βουνό Ιθώμη. Ο βόϊβοντας μας είπε πως ο τόπος αυτός, που εί­χαμε επιθυμία να τον εξετάσουμε, ήτανε ληστές γεμάτος και δε μπορούσε να μας αφήσει χωρίς συνοδεία. Μας παρακάλεσε να μείνουμε μερικές μέρες ακόμα ώσπου να γυρίσουν οι στρατιώτες του, αλλά δεν τον ακούσαμε, και ξεκινήσαμε χωρίς το θέλημα του..,. Πού να φανταστούμε πως θα πέφταμε με το κεφάλι ανάμεσα στους κλέφτες. (σ. Ακολουθεί σύντομη σύγκριση της ληστείας του Μοριά με τις μικροκλεψιές. της Αγγλίας). Σ' αυτό το είδος της ληστείας της μεγαλωμένης ολάκερα χωριά γυμνώνονται, κοπάδια από πρόβατα και γελάδια αρπάζονται από τις πλούσιες βοσκές της Μεσσηνίας».

4 Φεβ. 1806.«Τά περίγυρα της Ιθώμης τα μαστίζει η κλεφτουριά και είναι ονομαστή γι’ αυτό ο νοικοκύρης' του σπιτιού, που καταλύσαμε δυ­νατά μας παρακάλεσε να μην τραβήξουμε πιο πέρα, παρά με τη συνοδεία με­ρικών κατοίκων της Κλεισούρας... Δεχτήκαμε να μας συνοδέψουν κάποιοι γε­ροί και καλά αρματωμένοι Κλεισουριώτες, που ορκίστηκαν να μας φυλάξουνε με την ίδια τους τη ζωή. Μ’ αυτή τη συντροφιά κινήσαμε και περάσαμε από έναν τάφο Τούρκου , πού σκοτώθηκε από τους κλέφτες ένα χρόνο πρωτύτερα. Το καλό είναι που το κύριο σώμα των κλεφτών εκείνη τη στιγμή ήταν πολιορ­κημένο, καθώς το μάθαμε ύστερα, σ’ ένα χωριό κατά το ριζοβούνι της Ιθώ­μης, όμως και το δικό μας σώμα είχε αρκετή δύναμη ν' αντισταθεί στους άλ­λους πού μένανε μέσα στο κάστρο. Καθώς προχωρούσαμε, ένα συγκρατητό τουφεκίδι ακουγότανε μπροστά μας, κι’ ανεβήκαμε σ ένα ψήλωμα να δούμε από πού ερχόταν...

Ως 150 γιάρδες μακριά, κατακαμπής, αγναντέψαμε μια κα­νονική μάχη στο χωριό Αλειτούρι. Οι κλέφτες ως 140 είχαν πιάσει το χωριό, και καθαρά τους βλέπαμε να ρίχνουν από τα παράθυρα στους άλλους που είχαν τριγυρίσει αυτό το πόστο, και ήταν ως 100 Έλληνες και 60 Τούρκοι, καλά αρματωμένοι, και περιμένανε γοργά βοήθεια ακόμα...Ένας παπάς με 30 αρ­ματωμένους, όπως κι’ ο ίδιος, μας αντάμωσαν και τραβούσανε για το χωριό τους. Είπαμε δε ότι είχαμε δει, κι αυτό τους έκαμε να ταχύνου ν το ποδάρι κατά τον τόπο της σκηνής....>> (τ. Β', σ. 354).

5Φλεβ. 1806.— «Το άλλο πρωί ένας Έλληνας μας έφερε είδηση για το τέλος της μάχης, πως δεν ήταν τόσο ματωμένο όσο μπορούσε κανείς να περιμένει)... Λίγοι είχανε σκοτωθεί από το ένα και τα’ άλλο μέρος. Τη νύχτα οι κλέ­φτες ανοίξανε δρόμο και τραβηχτήκανε στο κάστρο και στο λόγκο της Ιθώ­μης. Είχαν καπετάνιο έναν Έλληνα, που ήταν ο τρόμος του Μοριά, γνωστός με το όνομα Καπετάν Γιώργος, πού δε λυπόταν ούτε Τούρκους, ούτε Έλληνες, ούτε Φράγκους. Λίγα χρόνια αργότερα δε ο κ. W. Gell, σ’ ένα άλλο ταξίδι του στην Ελλάδα, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να μιλήσει μ’ αυτόν τον καπετάνιο, που μας είχε προξενήσει τόση ανησυχία (σ. εννοεί το Γιώργα). Ο καπετάνιος αυτός με τη συντροφιά του είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο και μπήκε στην "Αγ­γλική υπηρεσία. Από γράμμα πού μου έστειλε τότε ο κ. Gell ένα κομμάτι αποβλέπει αυτόν τον καπετάνιο: «Λέγεται Γιώργος Κολοκοτρώνης βρέθηκε στο Αλειτούρι όταν περνούσαμε από κει (α. 1806) και θυμόταν καθαρά πώς μας είχε δει' έλεγε πώς, δεν ήτανε καταπιασμένος σάλλη δουλειά, χωρίς άλλο θα μας σκλάβωνε, όμως σα «Μιλόρδοι» πού ήμαστε δε θα μας έκανε κακό. Έδει­χνε πολλή χαρά πού γνωρίζαμε τόσο καλά τα βουνά, τα λαγκάδια και λημέρια τους και είπε στους συντρόφους του: —Αυτός ο Μιλόρδος ξέρει τα κατατόπια σα να ήτανε κι’ ο ίδιος κλέφτης ξέφυγε μέσ’ από τα χέρια μας» (Α', 356),

Γιάννης Βλαχογιάννης

Ότι έπαθε ό Leake (πιο πάνω σ. 147), και ο Dodwell εδώ και ο Gell το παθαίνουμε. Παίρνουνε το Γιώργα για Κολοκοτρώνη. Ο Dodwell αφού {πιο πάνω) αναφέρει μοναχά το όνομα Γιώργος, «Καπετάν Γιώργος», κα­τόπι δέχεται την εξήγηση του Gell, πώς ό Γιώργος αυτός ήτανε Κολοκοτρώ­νης. Είναι δυσάρεστο πως ο Dodwell, πάνω στη μάχη της 4 Φλεβ. 1806! ακούοντας μοναχό τo όνομα Καπετάν Γιώργος, δεν ήτανε περίεργος να ρωτήσει το επίθετο του. Οι χωριάτες τότε θα τον πληροφορούσανε καλύτερα, γιατί ξέρανε βέβαια και τον περίφημο Γιώργα από τον Αετό και τούς Κολοκοτρωναίους, αν όχι όλους σίγουρα το Γιάννη και το Θεοδωράκη. Ας εξετάσω λοιπόν πάλι το περίεργο αυτό ζήτημα. Ό Γιώργας από τον Αετό της Αρκαδιάς έτσι μοναχά ήτανε γνωστός, με το μικρό του όνομα. Γιώργα τον ονομάζει κι' ο Ρ. Παλαμήδης (πιο πάνω, στο χρόνο, σημείωμά του), Γιώργα κι ο Παπατσώνης (πιο πάνω). Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. (στην αυτοβιογραφία του. σ. 21) περιγράφοντας το χα­λασμό γράφει: «Κράτησα μαζί μου και «έναν» Καπετάν-Γιώργο, οπού δεν είχε που να υπάγει),..». Ο Γιώργας, περίφημος Κλέφτης του Μοριά, δεν είχε που να πάει, κι' ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης του έκαμε τη χάρη να τον πάρει στην ακολουθία του... Όμως ο Γιώργας δε φαίνεται να τον ακολούθησε πολύ, αφού βρίσκε­ται κλεισμένος μαζί με τους άλλους, τους λιγότερους, και με το Γιάννη Κολο­κοτρώνη, αδελφό του Θεόδωρου και σκοτώνεται μαζί μ αυτούς στο μοναστηριακό ληνό. Κάνω λόγο πιο κάτω για το θάνατο του. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης στην περι­στατική περιγραφή της καταστροφής των Κλεφτών, πουθενά δεν αναφέρει Γιώργο Κολοκοτρώνη.( Γιώργος ήταν δ θείος του είχε σκοτωθεί μαζί με τον πατέρα του τον Κωνσταντή)

Είναι ναπορεί κανείς πως ο Άγγλος Gell γνώρισε στη Ζάκυνθο το Γιώργο Κολοκοτρώνη, πού υπηρετούσε στα εκεί άταχτα στρατιωτικά σώματα, κάτω από τους Άγγλους, ενώ στη Ζάκυνθο είχε καταφύγει ο μόνος που γλίτωσε από τον κατατρεγμό του 1806, ο Θεοδωράκης , ο Γιάννης, αδελφός του, είχε σκοτωθεί στα 1806.Υπηρετούσε όμως κι’ άλλος Γιάννης Κολοκοτρώνης στα Εφτάνησα, απ’ άλλον κλάδο και χρόνια πριν από το φτάσιμο του Θεοδωράκη εκεί. Ο Γιώργας Κολοκοτρώνης του Φαλέζ Κι’ Ο Γιωργακλής Κολοκοτρώνης του ίδιου ήτανε σκοτωμένοι κι’ αυτοί από τα 1806 ( Αν ζήσανε ποτέ ) και λοιπόν δε βρέθηκαν ούτε στα Εφτάνησα, ούτε και στην Επανάσταση του 1821. Άλλη εξήγηση στις απορίες δεν υπάρχει παρά μόνο αυτή : Ό Θεοδωράκης πήρε απάνου του την πονηρή ψευτιά, μιλώντας με τον Gell, και λέγοντας πως αυτός ήταν ο Γιώργας και καλό­πιστος πάλι ο Άγγλος δε φρόντισε να ρωτήσει και να μάθει. Αυτό το υποθέτω κι’ από τα έξυπνα χωρατά πού έκαμε ο συνομιλητής με τον απλό Άγγλο.

Άγγλος περιηγητής Dodwell

8 Φεβ, 1806 . «Αριστερά, καθώς πλησιάζαμε σ’ ένα μεγάλο χω­ριό, το Ισσαρι, ακούσαμε συγκρατητό τουφεκίδι, και καθώς μάθαμε, ήταν από κάτι κλέφτες πού χτυπούσαν ένα σώμα Τούρκικο».

169

10 Φεβ, 1806. Μόλις αφήσαμε το χωριό Σινάνο είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά να μπαίνουνε με βία στα σπίτια τους σπρώχνον­τας τα ζωντανά τους μέσα και να κλείνουνε της πόρτες η κραυγή «κλέφτες» αντιλαλούσε απ’ όλες τις μεριές. Είχαμε όμως τόσο συνηθίσει, που δεν ανη­συχήσαμε πολύ, και προχωρήσαμε Αποφασισμένοι να μη βγούμε από το δρόμο μας. Οι χωριάτες του Σινάνου, βλέποντας πως είχαμε σκοπό χωρίς άλλο να πε­ράσουμε μέσα από το λόγκο, όπου ήταν η Ιδέα πως οι κλέφτες βρισκόντανε κρυμμένοι, ήρθανε μαζί μας ως 20, με τον αγά τους κεφαλή. Περάσαμε το ρέμα και χωθήκαμε σ’ ένα πυκνό ρουμάνι από βελανιδιές σε λίγα λεπτά βρε­θήκαμε μπροστά σ’ ένα μικρό μπουλούκι από κλέφτες ο ακόλουθος μου Ιμπραήμ, Τούρκος Σινανιώτης, ρίχτηκε αμέσως σ' έναν από τούς κακούργους, και με κάποιον κίντυνο τον ξαρμάτωσε και τον έδεσε. Oι άλλοι, λιγότεροι από μας, χωθήκανε μέσα στο λόγκο χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Όμως, ενώ πηγαίναμε γοργά μα απρόσεκτα καταπόδι τους, και μπήκαμε μέσα σ’ έναν απέραστο λαβύρινθο από βαλτωμένα χαμόδεντρα, βρεθήκαμε κυκλωμένοι από ένα μεγάλο σώμα κλεφτών, που μας φωνάξανε με δύναμη να πέσουμε κάτου στη στιγμή. Μερικοί από τους δικούς μας τους ρίξανε, κι’ εκείνοι αμέσως μας αποκριθήκαν με πιστόλια και ντουφέκια, και δύο δικοί μας πέσανε βαριά χτυπημένο ι. Άρχισε αμέσως γενική σφαγή, και να σωθούμε πια φανερά ήταν αδύνατο, κι’ ανώφελη η αντίσταση περιμέναμε το θάνατο μας.... Εκείνη τη στιγμή, μεγάλες ακουστήκαν φωνές και κρότοι απ' άλογα. πού τρέχανε και μας πλησίαζαν ως 300 Τούρκοι καβαλάρηδες, με το βόϊβοντα της Καρύταινας αρχηγό, που κυνηγούσε τους κλέφτες, μας ρίχτηκε ίσα απάνου, νομίζοντας πως εμείς ήμαστε οι κλέφτες, και τα άλογά τους κλωτσοπατήσανε λίγους από τους δικούς μας. Δεν άργησαν όμως να καταλάβουνε το λάθος τους και τότε πέσανε καταπάνου στους ληστές... Σε λίγες στιγμές ανταμωθήκαμε πάλι με τους κλέφτες όμως αν και σχημάτιζαν ένα σώμα από 140, το κύριο σώμα τους, δεν περίμεναν αυτή την προσβολή και σκόρπησαν, αλλά χρωστούσαν τη σωτηρία τους στην πυκνότητα του λόγκου και την κακοτοπιά του βουνού. Επτά μοναχά από τους δικούς μας πληγώθηκαν από τούς κλέφτες ένας σκοτωμένος, καμπόσοι πληγωμένοι και οι σκλαβωμένοι σταλθήκανε στην Τριπολιτσά, και τους έκοψαν τα κεφάλια. Όλοι τους ήτανε κακοντυμένοι, ακάθαρ­τοι φριχτά, κι’ είχανε μαζί τους πολύ λίγα χρήματα και λίγα πολεμοφόδια. Ήταν από το μεγάλο σώμα του Καπετάν Γιώργου Κολοκοτρώνη, πού τον είδαμε τελευταία να πολεμάει στα ριζοβούνια της 'Ιθώμης . Ο κλέφτης πού πιάστηκε ζωντανός είχε μοναχά ένα φυσέκι και 20 παράδες. Δυο ώρες βά­σταξε αυτό το κυνηγητό, και ύστερα σταθήκαμε κοντά στα ερείπια της αρχαίας Μεγαλόπολης. Το βραβείο της παλληκαριάς, καθώς αποφάσισε ο βόϊβοντας, δό­θηκε στον Ιμπραήμ, πού έπιασε ζωντανό τον κλέφτη αυτός πήρε το σπαθί, το σελάχι, το δαχτυλίδι και το κεμέρι του, κι’ ο Έλληνας πού βοήθησε στα πιάσιμο του κλέφτη πήρε το ντουφέκι. Όλοι από το σώμα των κλεφτών απορούσαν πολύ να με δούνε με τα φράγκικα ρούχα και το καπέλο μου ανάμεσα σ' αυτή τη συμπλοκή» (Β', σελ. 370—3).

22 Φεβ. 1806.«Περνούσαμε τα δάση του Λυκαίου και κάποια λαγκάδια πιασμένα από την εξουσία ως τις τελευταίες ημέρες, που οι τρομεροί, ληστές τα είχαν κάμει καταφύγιο τους, και τώρα τελευταία είχαν αφήσει αυτούς τούς κρυψώνες τους κυνηγημένοι από το βόϊβοντα της Καρύ­ταινας...» (σ. ο περιηγητής πιο κάτου λέει πως απάντησε στο δρόμο του ένα κεφάλι κομμένο, ως δύο μέρες πρωτύτερα το κεφάλι αυτό θα ήτανε κάποιου κλέφτη που σκοτώθηκε, και οι άλλοι κλέφτες το είχανε μαζί τους για να μην το πάρουν οι Τούρκοι και το παρουσιάσουνε στο βόϊβοντα, Β', σελ. 390).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου