Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2019

Ο ΚΛΕΦΤΗΣ ΤΩΝ ΣΥΚΩΝ (Δημήτρης Ευθυμάκης)

Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο
PROTAGON.GR
Πρόκειται για ενασχόληση απελευθερωτική, σχεδόν μυστικιστική. Ο κλέφτης σύκων είναι ταυτοχρόνως κατσαπλιάς, παρτιζάνος, οικολόγος εναλλακτικός, τερψιλαρύγγιος α....

Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ. Διήγημα του Γιάννη Γκότση (Κόρου)

Το όνειρο του Μάρκου

(Διήγημα του Γιάννη Γκότση-Κόρου)
Είναι όμορφα να ξυπνάει κανείς νωρίς τα πρωινά στο Σύδνεϋ.
Θέλεις ο πρωινός δροσερός αέρας, θέλεις η κίνηση στους δρόμους, θέλεις η ανανεωμένη ανθρώπινη δύναμη που συναντάς σε κάθε σου βήμα, σε κάνουν και εσένα να αισθάνεσαι μέρος αυτής της τεράστιας μηχανής που με το χάραγμα της μέρας, παίρνει μπροστά και αρχίζει να κινείται για να παράγει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητα για την διαβίωση κάθε οργανωμένης κοινωνίας.
Άλλοι φουρνίζουν το ψωμί, άλλοι οδηγούν τα τραίνα και τα λεωφορεία, άλλοι καθαρίζουν τα πεζοδρόμια, άλλοι πωλούν εφημερίδες, άλλοι ζεστό καφέ και πανκάϊκς και άλλοι με την τσάντα στο χέρι, δίνουν ένα βιαστικό φιλί στη γυναίκα και τα παιδιά τους και τραβούν για τη στάση του λεωφορείου η τον σταθμό του τραίνου για να πάνε στη δουλειά τους.
Ένας απ' αυτούς ο Μάρκος, δεν είχε γυναίκα και παιδιά, παρά μόνον την δουλειά του και ένα όνειρο!
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Όταν το καράβι που πήρε από τον Πειραιά για να τον φέρει στην Αυστραλία άραξε στο λιμάνι του Σύδνεϋ, ο Μάρκος με την βαλίτσα στο χέρι, ακολουθώντας τους άλλους επιβάτες κατέβαινε προσεκτικά τα σκαλιά του πλοίου που οδηγούσαν στην πλατφόρμα, ενώ παράλληλα έψαχνε με την ματιά του ανάμεσα στον κόσμο για να αναγνωρίσει τον νουνό του.
Είναι συγκινητικό να παρακολουθείς σκηνές που ενώνουν αδελφούς με αδελφές, παιδιά με τις γριές μανάδες τους, φίλους και χωριανούς και φρέσκες κοπέλες με τους γαμπρούς που αρραβωνιάστηκαν εξ αποστάσεως παιδιά, που τα γνώριζαν πριν μεταναστεύσουν και άλλες που είπαν το «ναι» με βάση κάποια φωτογραφία, που τις περισσότερες φορές είχε τραβηχτεί πριν από πολλά χρόνια και δεν είχε καμιά σχέση με τον σημερινό αρραβωνιαστικό……..
Ο Μάρκος με το όμορφο χαμόγελο που είχε κληρονομήσει από το σόι της μάνας του και με την αθωότητα του παιδιού της επαρχίας, παρακολουθούσε όλες αυτές τις σκηνές και για λίγο ξεχάστηκε και σταμάτησε να αναζητά τον νουνό του που θα τον περίμενε στο λιμάνι του Σύδνεϋ.
Σε κάποια στιγμή, βλέπει έναν ηλικιωμένο άνδρα με ρεμπούπλικα ντυμένο προσεκτικά και με επιμέλεια, να κρατάει ένα χαρτόνι στα χέρια του που έγραφε «Μάρκος Αντάρας ».
Τόσο πολύ έχει αλλάξει ο νουνός μου; σκέφτηκε από μέσα του.
Όταν κατέβηκε και πάτησε το χώμα της Αυστραλίας, έκανε μερικά βήματα και πλησίασε τον άνθρωπο που κρατούσε το χαρτόνι που έγραφε το όνομά του.
-Καλημέρα σας! Του λέγει με το συνηθισμένο του χαρωπό και ευχάριστο χαμόγελο.
-Καλημέρα! Είσαι ο Μάρκος;
-Ναι!
-Καλώς όρισες στην Αυστραλία Μάρκο. Το όνομά μου είναι Κώστας Ζευγάς και του άπλωσε ταυτόχρονα το χέρι να τον χαιρετίσει.
-Χαίρω πολύ κύριε Ζευγά.
-Ήλθα να σε καλωσορίσω και να σε πάρω να πάμε στο σπίτι.
-Νομίζω πως με περιμένει ο νουνός μου κύριε Ζευγά, τον γνωρίζετε;
-Ναι, αλλά ο νουνός σου δεν μπορούσε να έλθει σήμερα εδώ, γι’αυτό ήλθα εγώ.
-Γιατί δεν μπορούσε να έλθει;
-Διότι πέθανε πριν από δεκαπέντε ημέρες, όταν εσύ βρισκόσουν στο καράβι και ταξίδευες για την Αυστραλία και δεν έμαθες τα νέα μέσα στην θάλασσα.
Το πρόσωπο του Μάρκου σκοτείνιασε απότομα και νόμισε για μια στιγμή πως τον κλώτσησε άλογο.
-Έλα Μάρκο, πάμε στο αυτοκίνητο και θα σου εξηγήσω στο δρόμο.
Ο Μάρκος, που δεν ήταν σε θέση να αντιδράσει, ακολούθησε τον Κώστα Ζευγά γιατί στο κάτω-κάτω δεν είχε και άλλη επιλογή, ενώ ο θόρυβος που έκανε ο κόσμος γύρω του ακουγόταν στα αυτιά του σαν ένα βιαστικό απόμακρο μελίσσι και οι αγκαλιές και τα φιλιά που αντάλλασσαν οι νεοφερμένοι με αυτούς που βρίσκονταν εδώ, τον άφηναν εντελώς αδιάφορο.
Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο και ο κυρ-Κώστας έβαλε μπροστά, ο Μάρκος ρωτάει αυτό που τον έκαιγε μέσα του τα τελευταία λεπτά:
-Τι συνέβη με τον νουνό μου κύριε Ζευγά;
-Ο νουνός σου Μάρκο, σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, όταν επέστρεφε ένα βράδυ στο σπίτι μετά την δουλειά του!
Έμαθα τα νέα την επόμενη ημέρα και κατέβηκα στο Σύδνεϋ να κανονίσω τα απαραίτητα, τα υπόλοιπα είναι ιστορία……….
-Και πως γνωρίζατε για την άφιξη την δική μου;
-Ά! Από τότε που σου έκανε πρόσκληση ο συγχωρεμένος, όλο για εσένα μιλούσε. «Όταν έλθει ο Μάρκος θα κάνω αυτό, θα κάνω εκείνο, θα τον μάθω το άλλο, θα ανοίξουμε το καλύτερο Ελληνικό εστιατόριο στο Σύδνεϋ», δεν είχε παντρευτεί να κάνει δική του οικογένεια και εσύ αντιπροσώπευες ό,τι του έλειπε στη ζωή.
Γνώριζα την ώρα την ημέρα και το όνομα του πλοίου που θα σε έφερνε εδώ, γιατί μου είχε ζητήσει να είμαι και εγώ στο λιμάνι να σε υποδεχτούμε μαζί…………….
Ο Μάρκος καθισμένος δίπλα στον Κώστα Ζευγά, με συννεφιασμένο πρόσωπο και βαριά καρδιά, παρέμενε σιωπηλός παρακολουθώντας τα κτίρια που προσπερνούσαν, ενώ το αυτοκίνητο διέσχιζε με σταθερή ταχύτητα τον δρόμο που οδηγούσε στο σπίτι του.
Δεν μιλούσε κανείς και ο Μάρκος είχε μπει σε βαριά σκέψη.
-Είχες καλό ταξίδι Μάρκο;
-Καλό ήταν κύριε Ζευγά.
-Σε πείραξε καθόλου η θάλασσα;
-Όχι, δεν είχα τέτοιο πρόβλημα.
-Πώς είναι η Ελλάδα;
-Καλύτερα από πρώτα, αλλά έχουμε πολλά προβλήματα.
-Τι οικογένεια άφησες πίσω στην πατρίδα;
-Τους γονείς μου και δυό μικρά αδέλφια, ένα αγόρι και ένα κορίτσι.
Ακολούθησε σιωπή και το μυαλό του Μάρκου πέταξε στον καιρό που ο νουνός του κατέβηκε από την Αθήνα όπου εργαζόταν σαν μάγειρας να αποχαιρετίσει τους δικούς του γιατί θα μετανάστευε λέει, στην Αυστραλία.
Πριν φύγει από το χωριό, τον πήρε στην αγκαλιά του, τον σήκωσε μετά βίας ψηλά γιατί ήταν δέκα χρονών αγόρι και αρκετά βαρύς και πριν του βάλλει ένα εκατοστάρικο στο χέρι, του υποσχέθηκε πως όταν τελειώσει το γυμνάσιο θα τον έπαιρνε κοντά του στην Αυστραλία.
Τώρα ο Μάρκος είχε τελειώσει το γυμνάσιο, είχε γίνει δεκαοκτώ χρονών και πριν λίγη ώρα είχε πατήσει το χώμα της Αυστραλίας, αλλά ο νουνός του δεν ήταν ζωντανός να δεί πόσο μεγάλωσε, να τον ευχαριστήσει για τα γράμματα και το χαρτζιλίκι που του έστελνε κάπου-κάπου και ασφαλώς που κράτησε την υπόσχεσή του και τον έφερε στην χώρα αυτή.
-Ξέρουν πίσω στην Ελλάδα πως πέθανε κύριε Ζευγά;
-Έγραψα ένα γράμμα και τους εξήγησα την κατάσταση και ακόμη κανόνισα τις υποθέσεις του συγχωρεμένου, όσο καλύτερα μπορούσα.
Ο νουνός σου Μάρκο, συνεχίζει ο Κώστας Ζευγάς, είχε ενοικιάσει μια στοά στο κέντρο της πόλης και πουλούσε φρέσκα λουλούδια πεντέμισι ημέρες την εβδομάδα και η στοά αυτή παραμένει τώρα κλειστή. Έχω πληρώσει στον ιδιοκτήτη ένα μήνα ενοίκια και την άλλη εβδομάδα θα τον συναντήσω και πάλι για να αποφασίσουμε τι θα γίνει με το ενοικιοστάσιο, αλλά θα σου μιλήσω άλλη φορά για αυτό το θέμα.
-Εσείς τι εργασία κάνετε κύριε Ζευγά;
-Εγώ Μάρκο έχω μια έκταση από εκατό στρέμματα, εκεί που τελειώνουν τα βόρεια προάστια του Σύδνεϋ σε μια ημιαγροτική περιοχή και καλλιεργώ λουλούδια και φράουλες.
-Τον γνωρίζατε τον νουνό μου για πολύ καιρό;
-Τον γνώριζα για πέντε με έξι χρόνια, από τότε που ενοικίασε την στοά και άρχισε να αγοράζει από εμάς λουλούδια. Γινήκαμε καλοί φίλοι και σχεδόν κάθε Κυριακή που δεν είχε δουλειά, ερχόταν επάνω και περνούσαμε την ημέρα μαζί, γιατί όπως έλεγε η φάρμα μου του θύμιζε πατρίδα. Τα φυτά, τα λουλούδια, τα δέντρα, το πράσινο, το ποτισμένο χώμα, ήταν πολύ κοντά στην καρδιά του και δεν χόρταινε να περπατάει ανάμεσα στα φυτά και να ανακατεύει το χώμα με τα χέρια του…….
Κάπου-κάπου μας μαγείρευε και κάποιο Ελληνικό φαγητό και έφτιαχνε και ένα ταψί γαλατομπούρικο και η γυναίκα μου που είναι Αυστραλέζα και δεν ξέρει και πολλά πράγματα από τη δική μας κουζίνα, περίμενε πώς και πώς τις Κυριακές για να μάθει καινούργιες Ελληνικές και μεσογειακές συνταγές από τον νουνό σου, μιάς και ήταν άριστος μάγειρας ο συγχωρεμένος.
-Και πως δεν ασχολήθηκε με την μαγειρική κύριε Ζευγά;
-Ά! Εδώ είναι το μυστικό και θα σου το πω.
«Όταν έλθει ο Μάρκος μου έλεγε, θα φροντίσω να βρω ένα καλό μέρος και θα ανοίξουμε μαζί ένα ωραίο Ελληνικό εστιατόριο. Εγώ θα αναλάβω την κουζίνα και τον Μάρκο θα τον μάθω να διευθύνει το εστιατόριο και θα είναι το καλύτερο μαγαζί στο Σύδνεϋ».
-Και την στοά; τον ερωτώ.
«Την στοά την έχω για να μαζεύω χρήματα να ανοίξω το εστιατόριο, εγώ είμαι μάγειρας, αυτή είναι η τέχνη μου».
Ο Μάρκος άκουγε προσεκτικά τα λόγια του ηλικιωμένου ανθρώπου που περιέγραφε την ζωή, τον χαραχτήρα και τα όνειρα του νουνού του.
Είχαν από πολύ ώρα περάσει την γέφυρα του Σύδνεϋ και το αυτοκίνητο διέσχιζε την Πασίφικ Χαϊγάϋ και μετά από αρκετά χιλιόμετρα έστριψε σε έναν πλατύ δρόμο που τα σπίτια ήταν αραιά και πνιγμένα στο πράσινο και τελευταία μπήκαν σε μια ημιαγροτική περιοχή με στενούς ασφαλτοστρωμένους δρόμους χωρίς πεζοδρόμια.
-Αυτό το προάστιο Μάρκο, λέγεται Ντούραλ και τα περισσότερα σπίτια είναι χτισμένα σε οικόπεδα που κυμαίνονται μεταξύ δύο και πέντε στρεμμάτων.
-Και τι τον κάνουν τόσο τόπο;
-Πολλοί καλλιεργούν λαχανικά, λουλούδια και φράουλες και άλλοι όπως βλέπεις έχουν κτίσει μεγάλες επαύλεις και μένουν εδώ με τις οικογένειές τους ενώ εργάζονται στην πόλη.
Σε λίγο το αυτοκίνητο έστριψε σε έναν μακρύ ιδιωτικό δρόμο που στις δυό μεριές του ήταν φυτεμένες γαρδένιες σε κανονικές αποστάσεις, που τώρα τον Νοέμβριο το βαθύ πράσινο των φύλων τους λαμποκοπούσε κάτω από τον πρωινό φθινοπωρινό ήλιο, ενώ τα πρώτα λουλούδια τους σκορπούσαν απλόχερα το γνωστό τους άρωμα.
-Εδώ είμαστε Μάρκο, αυτό είναι το κτήμα μου και εκεί πάνω είναι το σπίτι μου και ακριβώς απέναντι φάνταζε η μεγάλη άσπρη έπαυλη που την αγκάλιαζαν μεγάλα διαλεγμένα δέντρα και ψηλά, λεπτά κυπαρίσσια, ενώ την περιτριγύριζαν μεγάλες, συμμετρικές, καλλιεργημένες εκτάσεις.
-Ωραίος τόπος κύριε Ζευγά!
-Ναι! Είναι πράγματι ωραίος, αλλά ξέρεις κάτι;
-Τι;
-Είναι καλύτερα να με αποκαλείς κυρ-Κώστα και να μου μιλάς στον ενικό, το ‘κύριε Ζευγά’ είναι λίγο απόμακρο, δεν νομίζεις;
-Όπως θέλεις κυρ-Κώστα.
-Σε λίγο θα σε συστήσω στην γυναίκα μου που είναι Αυστραλέζα και δεν ξέρει Ελληνικά, αλλά μην στενοχωριέσαι, θα τα καταφέρουμε.
-Μα μιλάω Αγγλικά κυρ-Κώστα!
-Μη μου λες!
-Δεν είμαι τέλειος αλλά μπορώ να συνεννοούμαι, τα τελευταία τέσσερα χρόνια πήγαινα σε Αγγλικό φροντιστήριο, μόνο που η προφορά μου θα ακούγεται λίγο παράξενα.
Όταν το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά στο σπίτι, άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε μια καλοδιατηρημένη μεσόκοπη γυναίκα με ένα όμορφο χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της.
-Αυτός θα είναι ο Μάρκος, λέγει στον άνδρα της, εξετάζοντας προσεκτικά το αγόρι.
-Ναι Χέλεν, είναι ο Μάρκος Αντάρας και γυρίζοντας στο αγόρι του συστήνει την γυναίκα του στα Αγγλικά.
-Χαίρω πολύ κυρία Ζευγά!
-Καλωσόρισες στην Αυστραλία και στο σπίτι μας Μάρκο, πως πέρασες στο ταξίδι σου;
-Πολύ καλά κυρία Ζευγά.
-Θα είσαι κουρασμένος.
-Όχι κυρία Ζευγά, δεν είμαι καθόλου κουρασμένος. Όταν θέλει κάποιος να ξεκουραστεί, πρέπει να κάνει ένα ταξίδι με το πλοίο.
-Μάρκο αγόρι μου, μιλάς πολύ καλά τα Αγγλικά.
-Ευχαριστώ κυρία Ζευγά.
-Θέλω να με αποκαλείς Χέλεν, μου αρέσει πιο πολύ.
-Εντάξει Χέλεν!
Έτσι άρχισε η ζωή του Μάρκου στην Αυστραλία, κοντά στους καλούς εκείνους ανθρώπους που πριν από λίγες ώρες του ήταν εντελώς άγνωστοι.
Του παραχώρησαν το δωμάτιο των επισκεπτών και σε λίγη ώρα ήταν και οι τρεις καθισμένοι στην τραπεζαρία για το γεύμα και ενώ έτρωγαν, ο Μάρκος απαντούσε στις αμέτρητες ερωτήσεις που του έκαναν και ειδικά ο κυρ-Κώστας για το ταξίδι του και την Ελλάδα.
Μετά τον καφέ, ο κυρ-Κώστας ρώτησε τον Μάρκο αν ήθελε να του δείξει την φάρμα του.
-Θα το ήθελα πολύ, απαντάει το παιδί με ενδιαφέρον.
Σε λίγο βρίσκονταν και οι δυό ανεβασμένοι σε ένα τρακτέρ και έτσι όπως προσπερνούσαν τις μεγάλες καλλιεργημένες εκτάσεις, ο παλιός Έλληνας εξηγούσε στον Μάρκο το είδος του κάθε φυτού, του κάθε δέντρου και προσπαθούσε να ερμηνεύσει στα Ελληνικά τα πολλαπλά ονόματα των διαφόρων λουλουδιών που απλώνονταν μπροστά στα μάτια τους, σχηματίζοντας κάτι σαν τεράστια, πολύχρωμα καρπέτα.
Κάπου-κάπου σταματούσε το τρακτέρ να πει δυό κουβέντες στους ανθρώπους που εργάζονταν ανάμεσα στα φυτά και τα λουλούδια και άλλοτε σήκωνε το χέρι να τους χαιρετίσει.
-Πόσοι άνθρωποι εργάζονται εδώ κυρ-Κώστα;
-Σε μόνιμη βάση εικοσιπέντε, μιάς και οι δουλειές αυτές χρειάζονται πολλά χέρια, αλλά όταν έχουμε πολύ δουλειά προσλαμβάνουμε και άλλους δέκα – δεκαπέντε να συλλέξουμε την παραγωγή, όπως τώρα με τις φράουλες για παράδειγμα.
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι ύστερα από μια-δυό ώρες περιήγηση της φάρμας, η Χέλεν είχε ετοιμάσει ένα τσαγερό με ζεστό τσάι που μοσχοβολούσε και το σέρβιρε σε ακριβά, λουλουδάτα φλιτζάνια, ενώ στο κέντρο του τραπεζιού είχε τοποθετήσει ένα σπιτίσιο σοκολατένιο κέικ, που το ετοίμασε μόνη της όταν οι άνδρες έλειπαν στην φάρμα.
-Εδώ στην Αυστραλία Μάρκο, συνηθίζουμε να πίνουμε τσάι αντί για καφέ.
Πίνουμε και καφέ, αλλά περισσότερο συνηθίζεται το τσάι, άσχετα αν είναι χειμώνας ή καλοκαίρι και αν κάποτε σε ρωτήσει κάποιος Αυστραλός αν θέλεις να σου προσφέρει «μια κούπα τσάι» στα μέσα του καλοκαιριού, μην εκπλαγείς.
Η Χέλεν που παρακολουθούσε την συζήτηση που γινόταν στα Αγγλικά, χαμογελούσε μιάς και είχε έλθει πολλές φορές αντιμέτωπη με την «σύγκρουση κουλτούρας» από τότε που γνώρισε τον Κώστα…….
Τις επόμενες ημέρες, όταν ο Μάρκος ξυπνούσε το πρωί, ο κυρ-Κώστας είχε σηκωθεί, είχε πάρει το πρωινό του και βρισκόταν έξω στην φάρμα με τους εργάτες του και η Χέλεν ετοίμαζε το πρωινό του Μάρκου με την ησυχία της και καθόταν μαζί του με ένα φλιτζάνι τσάι στο χέρι να του κάνει παρέα, κουβεντιάζοντας διάφορα πράγματα για την Ελλάδα και την Αυστραλία.
Τότε ο Μάρκος έμαθε πως ο κυρ-Κώστας, που εργαζόταν σαν αξιωματικός σε ένα Ελληνικό καράβι με σημαία του Παναμά, παράτησε το πλοίο για να παραμείνει στην Αυστραλία και να παντρευτεί την Χέλεν που γνώρισε σε κάποιον χορό και από τότε δεν έχουν χωρίσει ούτε για μία ημέρα.
Στην αρχή εργαζόταν στο μαγαζί ενός Έλληνα και κατόπιν αγόρασε ένα μικρό φορτηγό και ερχόταν εδώ σε τούτα τα μέρη να αγοράσει λουλούδια και να τα πουλήσει την επόμενη ημέρα στα ανθοπωλεία της πόλης του Σύδνεϋ.
-Πότε αγοράσατε αυτή τη φάρμα Χέλεν;
-Όταν παντρευτήκαμε μέναμε σε ένα εσωτερικό προάστιο του Σύδνεϋ με ενοίκιο, αλλά όταν κάναμε τα πρώτα μας χρήματα και είμαστε έτοιμοι να αγοράσουμε το δικό μας σπίτι, αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα αγροτόσπιτο στο Ντούραλ, που είχε μια μεγάλη έκταση γύρω-γύρω γιατί τα χρόνια εκείνα ο τόπος ήταν φθηνός σε αυτά τα μέρη και δεν μας πείραζε πού ακριβώς βρισκόταν, γιατί ο Κώστας, έτσι κι αλλιώς, ανεβοκατέβαινε πάνω-κάτω κάθε ημέρα, με το εμπόριο των λουλουδιών.
-Και πότε αρχίσατε να καλλιεργείτε αυτή την έκταση;
-Σιγά-σιγά αγόρι μου αρχίσαμε να καλλιεργούμε και δικά μας λουλούδια και με τον καιρό διαπιστώσαμε πως συνέφερε καλύτερα να ασχοληθούμε ολοκληρωτικά με την καλλιέργεια και να αφήσουμε το εμπόριο στους άλλους.
Αλλά νομίζω του άρεσε να ασχολείται με την γη, μιάς και ο ίδιος κατάγεται από αγροτική οικογένεια στην Ελλάδα γι' αυτό αγόρασε και το διπλανό κτήμα για να μεγαλώσει την καλλιεργήσιμη γή.
-Έχετε παιδιά Χέλεν;
-Όχι αγόρι μου, δεν μπορέσαμε να κάνουμε παιδιά.
-Το σπίτι αυτό το χτίσατε μόνοι σας;
-Ναι αγόρι μου, όταν ξεχρεωθήκαμε κατεδαφίσαμε το παλιό και στη θέση του κατασκευάσαμε αυτό που βλέπεις τώρα.
Όταν ο Μάρκος κουραζόταν να κάθεται στο σπίτι και να κουβεντιάζει με την Χέλεν, περπατούσε στην φάρμα, συναντούσε τον κυρ-Κώστα και παρακολουθούσε τους εργάτες που έκοβαν τα λουλούδια και μάζευαν τις φράουλες που είχαν ωριμάσει και σκορπούσαν γύρω τους ένα ευχάριστο άρωμα, ενώ μια όμορφη Αυστραλέζα κοπέλα, σήκωνε κάπου-κάπου το κεφάλι της από την δουλειά της και του χαμογελούσε με νόημα……
Την πέμπτη ημέρα μετά το δείπνο, ο Μάρκος αποφάσισε να ανοίξει κουβέντα για αυτό που τον απασχολούσε τις τελευταίες δύο-τρεις ημέρες και κάνοντας μια τεράστια προσπάθεια, άρχισε:
-Δεν ξέρω πώς να αρχίσω, αλλά θέλω να σας πω πως είμαι πολύ-πολύ υποχρεωμένος μαζί σας για την φιλοξενία σας, την αγάπη που μου δείξατε και τον τρόπο που με δεχτήκατε στο σπίτι σας και σε τούτη τη χώρα. Αν δεν είσαστε εσείς δεν ξέρω τι θα έκανα μόνος μου σε μια άγνωστη χώρα, χωρίς κανέναν γνωστό.
Για όλα όσα κάνατε για μένα, θα σας είμαι υπόχρεος για πάντα και δεν θα το ξεχάσω σε όλη μου την ζωή, σας ευχαριστώ πάρα πολύ και τους δυό.
Μιλούσε σιγά-σιγά στα Αγγλικά, χρησιμοποιώντας διαλεγμένες, γνωστές του λέξεις.
-Μην το συζητάς αγόρι μου, δεν κάναμε και πολλά πράγματα και είμαστε ευτυχείς που μπορέσαμε να φανούμε χρήσιμοι, απαντάει η Χέλεν με ένα μητρικό χαμόγελο. Συχνά η Χέλεν τον αποκαλούσε ‘Μάρκο αγόρι μου ή απλά αγόρι μου’.
-Μάρκο! Είμαστε ευτυχείς που σε δεχτήκαμε στο σπίτι μας και την χαρά που μας έδωσες αυτές τις ημέρες που βρίσκεσαι μαζί μας, δεν μας την έχει δώσει κανένας για πολύ-πολύ καιρό, του λέγει ο κυρ-Κώστας στα Ελληνικά, κοιτώντας τον στα μάτια.
-Σας ευχαριστώ και πάλι, αλλά θέλω να μιλήσω μαζί σας για το μέλλον μου, τι θα κάνω από εδώ και πέρα…….
-Σωστά! Απαντάει ο Κώστας Ζευγάς, παίρνοντας το σοβαρό του ύφος.
Μπορείς να παραμείνεις μαζί μας όσον καιρό θέλεις χωρίς να στεναχωριέσαι για τίποτε, αλλά αυτό φυσικά δεν είναι λύση, γιατί μία ημέρα θα πρέπει να χαράξεις τον δρόμο σου, όπως όλος ο κόσμος. Είσαι πάντως τυχερός που ξέρεις την γλώσσα και από ό,τι βλέπω είσαι και καλό παιδί και αυτά τα προσόντα αν τα εκμεταλλευτείς, δεν θα πάς άσχημα σε τούτη τη χώρα.
-Τι μπορώ να κάνω κυρ Κώστα;
-Πολλά πράγματα.
Αν θέλεις, κάθεσαι εδώ μαζί μας για όσο καιρό επιθυμείς και εργάζεσαι μαζί με τους άλλους ανθρώπους στη φάρμα και πληρώνεσαι κανονικά τον μισθό σου.
Αν αυτό δεν σου αρέσει, νοικιάζουμε κάποιο μέρος να μείνεις στο Σύδνεϋ, βρίσκεις μια εργασία και ζεις κοντά στους Έλληνες που κατά το πλείστον κατοικούν στα εσωτερικά προάστια, κοντά στο κέντρο της πόλης.
Μπορεί όμως να γίνει και κάτι άλλο!
-Τι είναι αυτό κυρ-Κώστα;
-Μετά το θάνατο του νουνού σου όπως στο έχω πεί, πήγα και βρήκα τον ιδιοκτήτη της στοάς και του πλήρωσα το ενοίκιο για ένα μήνα, λέγοντάς του πως θα τον συναντήσω μέσα στον μήνα για να κανονίσουμε το ενοικιοστάσιο της στοάς.
Κατόπιν βρήκα την γυναίκα που εργαζόταν σαν υπάλληλος στο μαγαζί του νουνού σου και την πλήρωσα τον μισθό της για ένα μήνα, λέγοντάς της να καθίσει στο σπίτι της έως ότου επικοινωνήσω μαζί της για να της πώ τι θα γίνει με το μαγαζί και την εργασία της.
Τα έκανα όλα αυτά γιατί ήθελα να δώσω σε εσένα την ευκαιρία να συνεχίσεις τις μπίζνες του νουνού σου αν το επιθυμούσες, όταν έφτανες στην Αυστραλία. Είμαι βέβαιος πως αυτό θα ήταν και η επιθυμία του συγχωρεμένου και θα ήταν το τελευταίο πράγμα που μπορούσα να κάνω για αυτόν.
-Μα εγώ κυρ-Κώστα δεν έχω ιδέα από μπίζνες, από λουλούδια, από αυτή τη χώρα. Είμαι ένα παιδί δεκαοκτώ χρονών από την Ελληνική επαρχία και δεν ξέρω τι μου γίνεται, πώς μπορώ να αναλάβω τέτοιες ευθύνες;
-Εδώ θα γίνω αυστηρός μαζί σου Μάρκο! Και ύψωσε λίγο την φωνή, μιας και τον έπιανε κάπου-κάπου το «Ελληνικό του».
Όταν ο Ωνάσης μετανάστευσε στην Αργεντινή, δεν νομίζω να ήταν μεγαλύτερος από εσένα, του λέγει με σιγανή φωνή τούτη τη φορά. Πήγε και αυτός σε μια ξένη χώρα και έκανε δουλειές που δεν γνώριζε, προσπαθούσε να συνεννοηθεί σε μια γλώσσα που του ήταν άγνωστη και όταν αποφάσισε να εισάγει καπνό από την Ελλάδα στην Αργεντινή, σαν πρώτη του εμπορική πράξη, ξέρεις πώς τα κατάφερε;
-Δεν έχω ιδέα, απαντάει το παιδί.
-Πήγε στα γραφεία της μεγαλύτερης καπνοβιομηχανίας της Αργεντινής και ζήτησε να δεί τον γενικό διευθυντή και κανέναν άλλον!
Ασφαλώς οι υπάλληλοι της εταιρίας του είπαν πως είναι αδύνατον να τον δεχθεί ο ίδιος ο διευθυντής, αλλά μπορούσε να τους πεί τι ζητούσε και να τον παρέπεμπαν σε κάποιον άλλον, αλλά ο Ωνάσης ήθελε να δεί τον μεγάλο διευθυντή και κανέναν άλλον!
Τον έδιωξαν και του είπαν να μην ξαναπατήσει στα γραφεία της εταιρίας.
Αυτός όμως που εργαζόταν νυχτερινές βάρδιες ταξινομώντας γράμματα στα κεντρικά ταχυδρομεία του Μπουένος Αϊρες, μετά την βάρδια του στηνόταν κάθε πρωί στην πόρτα έξω από το κτίριο που περνούσε ο διευθυντής να πάει στο γραφείο του.
Μια ημέρα, δύο, τρεις, πέντε, επτά και στο τέλος ο διευθυντής ρωτάει τον γραμματέα του ποίος είναι ο νεαρός που στέκεται στην είσοδο κάθε πρωί και γιατί στέκεται εκεί;
-Θέλει να τον δεχθείτε εσείς και να σας μιλήσει, απαντάει ο γραμματέας.
-Για τι ζήτημα θέλει να μου μιλήσει;
-Δεν λέγει τι θέλει, μόνο ζητάει να δεί εσάς προσωπικά.
-Πήγαινε λοιπόν να τον φέρεις εδώ, ζητάει ο διευθυντής.
Έτσι Μάρκο, ο Ωνάσης κατάφερε να συναντήσει τον διευθυντή και να τον κάνει να δοκιμάσει τον ελαφρύ καπνό από την Ελλάδα και την Μικρά Ασία και να πάρει την πρώτη του παραγγελία για μια μικρή ποσότητα καπνού.
-Και ο Ωνάσης κατάφερε να γίνει ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, συμπληρώνει σιγανά η Χέλεν.
-Ακριβώς! απαντάει ο κυρ-Κώστας. Ο άνθρωπος κατορθώνει στην ζωή του ό,τι επιθυμήσει.
Ακατόρθωτα είναι εκείνα που δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε, δεν τα πεθυμήσαμε αρκετά, δεν τα κυνηγήσαμε όσο έπρεπε, ο άνθρωπος Μάρκο είναι θηρίο, όλα τα κατορθώνει όταν θέλει.
-Τι μπορώ να πώ τώρα; Λέγει ο Μάρκος με ένα ντροπαλό χαμόγελο.
-Άκουσε τι θα κάνουμε, συνεχίζει ο κυρ-Κώστας με σιγανή και πειστική φωνή.
Σαν αρχή θα κατέβουμε εγώ και εσύ στο Σύδνεϋ, αύριο το πρωί.
Πρώτα θα επισκεφτούμε τον ιδιοκτήτη της στοάς και θα του ζητήσουμε να μεταβιβάσει το ενοικιοστάσιο στο όνομά σου, με εγγύηση δική μου.
Κατόπιν θα πάμε να συναντήσουμε την γυναίκα που εργαζόταν στο μαγαζί του νουνού σου, να γνωριστείτε και να της ζητήσουμε να ξαναρχίσει εργασία μαζί σου.
Τελευταία θα πάμε να βρούμε έναν πατριώτη μου που κατοικεί κοντά στο κέντρο της πόλης και θα του ζητήσουμε να σου παραχωρήσει με ενοίκιο ένα δωμάτιο στο σπίτι του, είμαι βέβαιος πως θα δεχτεί, αν όχι, θα βρούμε κάτι άλλο δεν υπάρχει πρόβλημα.
Τις πρώτες ημέρες θα κατεβαίνω και εγώ στην πόλη και θα τα πάρουμε τα πράγματα με την σειρά: παραγγελίες για λουλούδια, χαρτιά, κορδέλες κλπ.
Ύστερα θα μάθεις από την γυναίκα που θα εργάζεται μαζί σου τα ονόματα των λουλουδιών, πως γίνονται οι ανθοδέσμες, πώς συντηρούνται τα λουλούδια, πόσο θα πουλιέται η κάθε ανθοδέσμη και τελευταία θα μάθεις τα νομίσματα της Αυστραλίας και όσο για χαμόγελα και παρακαλώ και ευχαριστώ ε, αυτά είναι εύκολα.
Τι λες θα τα καταφέρουμε;
-Τι να πώ, θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου.
Σε λίγες ημέρες, ο Μάρκος που δεν γνώριζε καλά-καλά κατά πού έπεφτε η γέφυρα του Σύδνεϋ, βρισκόταν στην στοά από τα χαράματα φορώντας την πράσινη ποδιά του και ετοίμαζε με προσοχή δίπλα στην υπάλληλό του τις ανθοδέσμες και τις τοποθετούσε σε σχήμα πυραμίδας για να τις βλέπουν οι πελάτες που περνούσαν βιαστικοί-βιαστικοί να πάνε στις εργασίες τους, αδιαφορώντας αν ο Μάρκος ήταν δεκαοκτώ ή εικοσιοκτώ χρονών, αν βρισκόταν στην Αυστραλία δέκα ημέρες η δέκα χρόνια…..
Σε λίγο θα κατέφθαναν οι πρώτοι πελάτες, κάτι όμορφες κοπέλες από τα γραφεία να αγοράσουν φρέσκα λουλούδια για να τα τοποθετήσουν στους χώρους υποδοχής των εταιριών που εργάζονταν και στα γραφεία των διευθυντών τους, που κάθε ημέρα έπρεπε να έχουν διαφορετικού χρώματος λουλούδια για να τους φτιάχνουν την διάθεση και να εντυπωσιάζουν τους επισκέπτες τους…….
Οι δρόμοι της πόλης ήταν πεντακάθαροι μιάς και οι οδοκαθαριστές είχαν αρχίσει εργασία από τα μεσάνυκτα, μερικοί ιδιωτικοί καθαριστές καθάριζαν βιαστικά τις μεγάλες τζαμαρίες μπροστά στα μαγαζιά και τα άλλα κτίρια, τα λεωφορεία άδειαζαν τον κόσμο στις στάσεις, τα αυτοκίνητα κυλούσαν αργά στους δρόμους και ο εφημεριδοπώλης με επαγγελματική φωνή διαλαλούσε τα νέα της ημέρας για να πουλήσει τις πρωινές του εφημερίδες.
Είναι όμορφα να ζει κανείς την πρωινή ζωή του Σύδνεϋ, η οποιασδήποτε άλλης μεγαλούπολης.
Και να σκεφτείς, μονολογούσε ο Μάρκος, πριν από μερικές εβδομάδες βρισκόμουν στο χωριό μου και άκουγα τα κοκόρια να διαλαλούν το χάραγμα της αυγής και τον ερχομό της ημέρας. Μυστήριο πράγμα η ζωή του ανθρώπου.………….
Κάθε πρωί βρισκόταν στο μαγαζί του από τις πέντε, ενώ η υπάλληλός του άρχιζε εργασία στις επτά, την ώρα που κατέφθαναν τα φρέσκα λουλούδια.
Η Μπάρμπαρα, έτσι την έλεγαν, έκανε ό,τι μπορούσε να βοηθήσει το καινούργιο αφεντικό της και να τον διδάξει τα μυστικά της δουλειάς και πώς φτιάχνονται τα μπουκέτα και οι ανθοδέσμες ενώ ο Μάρκος έγραφε μόνος του τις ταμπελίτσες με τα ονόματα των λουλουδιών και τις τιμές τους για να μάθει τα ονόματα πιο γρήγορα.
Ο Κώστας ο Ζευγάς, ήλθε τις πρώτες ημέρες στο μαγαζί αλλά τα μόνα πράγματα που δίδαξε στον Μάρκο, ήταν πώς να κρατάει τα βιβλία του μαγαζιού (αγορές, πωλήσεις, έξοδα, εισπράξεις), πώς να καταθέτει τις εισπράξεις της ημέρας στον λογαριασμό που του άνοιξε στην τράπεζα, πώς πρέπει να πληρώνει στην κανονική τους προθεσμία τους προμηθευτές του μαγαζιού, τηλέφωνα, ηλεκτρισμούς, ενοίκια κτλ, και το τελευταίο και σπουδαιότερο όπως του είπε, πως να κοιτάζει τους πελάτες στα μάτια και να τους χαμογελάει. Κανένας πελάτης του είπε, δεν θα φεύγει από το μαγαζί σου χωρίς να τον κοιτάζεις στα μάτια και να του χαμογελάς…….
Το βράδυ της πέμπτης ημέρας, όταν έκλεισαν το μαγαζί, τον πήρε ο κυρ Κώστας και πήγαν σε ένα Ελληνικό εστιατόριο να φάνε και να μιλήσουν με την ησυχία τους.
-Εδώ ερχόμαστε με τον συγχωρεμένο τον νουνό σου κάπου-κάπου, του λέγει σιγά όταν το γκαρσόνι τους τοποθέτησε στο τραπέζι τους. Ήταν καλοί φίλοι με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και όταν έκλειναν κάποιο βράδυ τραπέζι κάποιοι επίσημοι πελάτες, ο Σταμάτης που έχει το μαγαζί αυτό, τον καλούσε στην κουζίνα να ετοιμάσουν τα φαγητά μαζί, γιατί όπως έλεγε, θεωρούσε τον νουνό σου σαν έναν από τους καλύτερους Έλληνες μαγείρους που είχε συναντήσει στην ζωή του.
Όταν έδωσαν την παραγγελία και περίμεναν τα φαγητά πίνοντας μια κρύα μπύρα, ο κυρ Κώστας έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του ένα τραπεζικό βιβλιάριο καταθέσεων και ένα μπλοκ επιταγών.
-Ο λογαριασμός που ανοίξαμε στην τράπεζα, είναι στο όνομά σου και αυτό το βιβλιάριο είναι των καταθέσεων, του λέγει σιγά, δίνοντάς του ταυτόχρονα το βιβλιάριο.
Κάθε απόγευμα θα καταθέτεις στην τράπεζα τις εισπράξεις των τελευταίων εικοσιτεσσάρων ωρών, θα δίνεις τα μετρημένα χρήματα στην θυρίδα και αυτοί θα τα ξαναμετρούν μπροστά σου και θα βάζουν την σφραγίδα της τράπεζας και την μονογραφή τους δίπλα στο αναγεγραμμένο ποσό και θα σου επιστρέφουν το βιβλιάριο.
Αυτό, όπως σου είπα και χθες, είναι το μπλοκ επιταγών και περιέχει εκατό λευκές επιταγές. Όταν πρέπει να πληρώσεις κάποιον για προμήθειες, υπηρεσίες, ενοίκια και ό,τι άλλο σχετίζεται με το μαγαζί, θα ελέγχεις τι γράφει ο λογαριασμός που πρέπει να πληρώσεις και όταν συμφωνείς, θα γράφεις το όνομα του αποδέκτη εδώ σε τούτη τη γραμμή και στην επόμενη γραμμή θα γράφεις το ποσόν σε λέξεις.
Κατόπιν θα αναγράφεις το ποσόν σε αριθμούς εδώ δίπλα που έχει το σημείο της λίρας, χωρίς να αφήνεις περιθώρια μπροστά από το αναγεγραμμένο ποσό και θα το υπογράφεις με την ίδια υπογραφή που καταθέσαμε στην τράπεζα, όταν ανοίξαμε τον λογαριασμό.
Η υπογραφή σου θα είναι το μόνο στοιχείο που χρησιμοποιεί η τράπεζα για εξακρίβωση της ταυτότητάς σου γιατί εδώ στην Αυστραλία ο κόσμος δεν έχει ταυτότητες, όπως στην Ελλάδα.
Τελευταία θα χαράζεις δύο πλάγιες γραμμές επάνω στην επιταγή και ανάμεσά τους θα γράφεις: ¨not negotiable¨ που θα πεί, όχι προς διαπραγμάτευση, κατάλαβες;
-Κατάλαβα, αλλά γιατί γράφουν ¨όχι προς διαπραγμάτευση¨ στην επιταγή;
-Το γράφουν διότι σε περίπτωση που η επιταγή πέσει σε λάθος χέρια, να μην μπορεί να την εξαργυρώσει άλλος, εκτός από τον κανονικό αποδέκτη που πρέπει να την καταθέτει στον τραπεζικό του λογαριασμό.
Έχεις να ερωτήσεις τίποτε επάνω σε αυτό το θέμα;
-Όχι.
-Θα έχεις ένα τετράδιο και όταν σου παρουσιάζεται κάποια δυσκολία, όταν έχεις κάποιο ερωτηματικό που δεν μπορεί να σε βοηθήσει η Μπάρμπαρα, όταν δεν ξέρεις κάτι, θα το γράφεις κάτω και εγώ θα σου τηλεφωνώ κάθε ημέρα τα απογεύματα και θα μιλάμε για τα τρέχοντα θέματα του μαγαζιού και εσύ θα με ρωτάς για ό,τι έχεις γράψει στο τετράδιο, εντάξει;
-Έγινε!
-Όταν κλείνεις το μαγαζί τα Σάββατα το μεσημέρι, θα παίρνεις το τραίνο και θα έρχεσαι επάνω και εγώ θα σε περιμένω στον σταθμό να πάμε στο σπίτι και να περνάμε μαζί τα Σαββατοκύριακα.
Στο διάστημα της εβδομάδας, θα πετάγομαι μια-δυό φορές στην πόλη να βλέπω πώς τα πάς και να κουβεντιάζουμε και λίγο, αλλά πάντα να θυμάσαι πως όταν με έχεις ανάγκη, βρίσκομαι «ένα τηλεφώνημα» μακριά.
-Ευχαριστώ κυρ Κώστα, του λέγει δειλά κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
-Έχω μιλήσει και στην Μπάρμπαρα και μου υποσχέθηκε πως θα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να σε μάθει την δουλειά και να καλύψει τα κενά που θα παρουσιαστούν.
-Καλησπέρα σας! Λέγει ένας άνθρωπος με κουστούμι και γραβάτα, πλησιάζοντας το τραπέζι τους. Αυτός θα είναι ο Μάρκος, λέγει στον Κώστα Ζευγά.
-Καλησπέρα Σταμάτη! Έλα κάθισε. Ναι, είναι ο Μάρκος Αντάρας από την Ελλάδα.
Μάρκο, από εδώ είναι ο κύριος Σταμάτης Κατηφόρης, ιδιοκτήτης του εστιατορίου και φίλος του συγχωρεμένου του νουνού σου.
-Χαίρω πολύ κύριε Κατηφόρη!
Όταν ο Σταμάτης κάθισε στο τραπέζι τους, ρώτησε τον Μάρκο αν είχε καλό ταξίδι, τι νέα από την Ελλάδα και αν του άρεσε η Αυστραλία.
Ο Μάρκος απαντούσε σιγά και με περίσκεψη, χωρίς να φεύγει το χαμόγελο από τα χείλη του και η ματιά του σταθερή και καθάρια, περιφερόταν πότε στον έναν, πότε στον άλλον.
-Τώρα καταλαβαίνω γιατί ο συγχωρεμένος ο νουνός σου μιλούσε πάντα για εσένα, λέγει στον Μάρκο με ένα χαμόγελο. «Όταν έλθει ο Μάρκος, θα κάνουμε το καλύτερο εστιατόριο στο Σύδνεϋ», μου έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, «όταν έλθει το παιδί, θα σου τον δώσω να εργασθεί στο μαγαζί σου για να τον μάθεις πως διοικείται ένα καλό εστιατόριο», είχε κάνει τόσα όνειρα για σένα Μάρκο, του λέγει με μια θλίψη στη φωνή του. Κρίμα που έφυγε τόσο νωρίς, χωρίς να προλάβει να πραγματοποιήσει εκείνα του τα όνειρα!
- Ο Μάρκος ξανάνοιξε το μαγαζί του νουνού του, λέγει ο κυρ Κώστας με υπερηφάνεια.
-Μη μου λες;
-Σήμερα είναι η πέμπτη ημέρα που ξανανοίξαμε το μαγαζί και ο Μάρκος από αύριο, θα το διοικεί μόνος του!
-Συγχαρητήρια Μάρκο! Του λέγει ο Σταμάτης με ένα πλατύ χαμόγελο, σφίγγοντάς του ταυτόχρονα το χέρι, ενώ παράλληλα σήκωσε ελαφρά το χέρι και κάλεσε ένα γκαρσόνι κοντά του.
Θα μας φέρεις μια κρύα γαλλική σαμπάνια, λέγει στο γκαρσόνι στα Ελληνικά, να γιορτάσουμε τον ερχομό του Μάρκου στην Αυστραλία και να του ευχηθούμε «να είναι σιδερένιος» στην καινούργια του επιχείρηση, Μάρκο, αυτός είναι ο Γιώργος!
-Χαίρω πολύ Γιώργο! Μάρκος Αντάρας και του έσφιξε το χέρι.
Από εκείνη την βραδιά και μετά, κάτι φύτρωσε μέσα στο μυαλό του Μάρκου.
Σαν πήγε το βράδυ στο δωμάτιό του και πλάγιασε στο κρεβάτι του, στριφογύριζαν στο μυαλό του τα λόγια που του είχε ειπεί ο Σταμάτης : «Όταν έλθει ο Μάρκος θα κάνουμε το καλύτερο εστιατόριο στο Σύδνεϋ», «όταν έλθει το παιδί θα σου τον δώσω να εργαστεί στο μαγαζί σου για να τον μάθεις πως διοικείται ένα καλό εστιατόριο»……….
Ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις, αναλογίστηκε και τα λόγια που του είχε ειπεί ο κυρ Κώστας για τον Ωνάση.
Μετανάστης εκείνος, μετανάστης και εσύ!
Νέος ο ένας, νέος και ο άλλος.
Γραικός ο ένας, Γραικός και ο άλλος και ο κυρ Κώστας του είπε πως «ακατόρθωτα είναι εκείνα που δεν προσπαθήσαμε να κάνουμε, δεν τα πεθυμήσαμε αρκετά, δεν τα κυνηγήσαμε όσο έπρεπε».
Πριν τον πάρει ο ύπνος, έδωσε την υπόσχεση στον εαυτό του πως μια ημέρα θα άνοιγε ένα δικό του, καλό Ελληνικό εστιατόριο.
Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για την μνήμη του νουνού του!
Κάθε ημέρα που περνούσε, ο Μάρκος αγαπούσε πιο πολύ το μαγαζί και η δουλειά γινόταν πιο εύκολη. Άκουγε προσεκτικά την Μπάρμπαρα όταν του εξηγούσε τα μυστικά της δουλειάς και κάθε λίγο και λιγάκι, πρόσθετε και δικές του νέες ιδέες στην διαχείριση του μαγαζιού.
Δεν καθόταν καθόλου στην καρέκλα, παρά μόνο όταν ήθελε να βάλλει κάτι στο στόμα του τα μεσημέρια.
Είχε βάλλει στόχο, να μαθαίνει τουλάχιστον τέσσερα ονόματα πελατών του κάθε ημέρα. Όταν ερχόταν κάποιος πελάτης και το πρόσωπό του ήταν γνωστό από προηγούμενες επισκέψεις, θα τον πλησίαζε με έτοιμο το χαμόγελο στα χείλη του και θα τον\την ρωτούσε «πως είσθε σήμερα»;
Ο πελάτης θα απαντούσε φυσικά: «καλά ευχαριστώ» και ίσως ρωτούσε και αυτόν: «εσείς πως είσθε»;
Κατόπιν, με το φυσικότερο τρόπο στον κόσμο, θα έλεγε: «το όνομά μου είναι Μάρκος, το δικό σας ποιο είναι»;
Έτσι άρχιζε η αρχική προσέγγιση και η γνωριμία με τον πελάτη, που ανεξάρτητα τι φύλου ήταν, ποίας ηλικίας και επαγγέλματος, όλοι γοητεύονταν με το φυσικό, αβίαστο, περίχαρο χαμόγελο του Μάρκου Αντάρα που είχε κληρονομήσει από το σόι της μητέρας του.
Αλλά δεν ήταν μόνο το χαμόγελο. Ο Μάρκος ήταν και ένας πανέμορφος νέος!
Δεν ήταν ψηλός, γύρω στο ένα μέτρο και εβδομήντα δύο εκατοστά, δεν ήταν γεμάτος αλλά ούτε και αδύνατος, με δύο μαύρα κατακάθαρα μάτια πλαισιωμένα από δύο πυκνά μαύρα φρύδια. Είχε μια στρωτή, λίγο μελαψή επιδερμίδα και τα δόντια του ήταν μεγάλα, ολόισια, κάτασπρα.
Τα χείλη του, σαν από ζωγραφιά ήταν όμορφα μέχρι και ελκυστικά και στο κάθε του μάγουλο, εμφανίζονταν δύο μικρές ανεπαίσθητες λακουβίτσες όταν χαμογελούσε.
Η Μπάρμπαρα τον πείραζε καθημερινά, για τα σχόλια που της έκαναν τα κορίτσια πίσω από την πλάτη του και που συνεχώς την ρωτούσαν, αν έχει φιλενάδα.
Ο Μάρκος κολακευμένος από εκείνα που άκουγε, χαμογελούσε χωρίς να απαντάει στα λόγια της ηλικιωμένης γυναίκας. Κατά βάθος του άρεσαν και εκείνου τα όμορφα κορίτσια που τον κοίταζαν με νόημα, αλλά καταλάβαινε πως δεν ήταν καιρός ακόμη για σχέσεις και περιπέτειες. Αυτός είχε το όνειρό του και όταν δεν είχε δουλειά και σκεφτόταν, φανταζόταν στο μυαλό του, ένα μεγάλο, όμορφο εστιατόριο με ωραία διακόσμηση και Ελληνικά χρώματα που στην πρόσοψή του να έγραφε: “Antaras Greek Restaurant
Τα περισσότερα βράδια πήγαινε για φαγητό στο «Σαντορίνη» στο εστιατόριο του κυρ Σταμάτη, όχι μόνο γιατί δεν είχε ώρα να ετοιμάζει μόνος του το βραδινό του φαγητό, αλλά και για να παρακολουθεί πώς εργάζεται ένα εστιατόριο. Τώρα εξ άλλου τον γνώριζαν όλα τα παιδιά στο μαγαζί και αν δεν πήγαινε ένα βράδυ, τον ρωτούσαν την επόμενη, «τι έγινες χθες το βράδυ; δεν σε είδαμε».
Μόνο ο Γιώργος, που είχαν στο μεταξύ γίνει καλοί φίλοι, γνώριζε για το όνειρο του Μάρκου και όταν βρίσκονταν μόνοι, του εξηγούσε με κάθε λεπτομέρεια όλα τα μυστικά του κλάδου.
-Το σπουδαιότερο πράγμα στα εστιατόρια είναι ο μάγειρας, του έλεγε. Πρώτα ο μάγειρας και ύστερα η εξυπηρέτηση.
Αν έχεις έναν καλό και πιστό μάγειρα, έχεις εξασφαλίσει τουλάχιστον ‘κατά τω ήμισυ’, την επιτυχία. Όλα τα άλλα έρχονται δευτερεύοντα του έλεγε κάθε τόσο ο Γιώργος.
Το ομορφότερο μαγαζί μπορεί να γίνει με χρήματα, τα καλύτερα υλικά μπορεί να αγορασθούν με χρήματα, σερβιτόρους και άλλο προσωπικό, μπορείς να προσλάβεις τους καλύτερους και όσους θέλεις αν πληρώσεις κάτι παραπάνω, αλλά αν δεν έχεις καλό μάγειρα, τελείωσες! Οι καλοί μάγειροι δεν αγοράζονται με χρήματα, γεννιούνται καλοί μαστόροι και τους πετυχαίνεις στην τύχη και όταν τους βρεις, μη τους αφήνεις να φύγουν.
Ο μάγειρας σε ένα εστιατόριο, είναι όπως η καλή ορχήστρα σε ένα γλέντι.
Εντάξει, τον έφερες τον πελάτη στο μαγαζί, συνέχιζε ο Γιώργος, τι θα τον κάνεις από εκεί και μετά; Πως θα τον ευχαριστήσεις; Θα τον κάνεις να θέλει να ξανάρθει; Να μιλήσει με καλά λόγια για το μαγαζί στους φίλους του και στους γνωστούς του;
Μπορεί η εξυπηρέτηση και η περιποίηση να είναι άριστη, αλλά αν τα φαγητά δεν αξίζουν, ξέχασέ το!
Ο μάγειρας είναι το κλειδί της επιτυχίας στα εστιατόρια, έλεγε με πειστικότητα ο Γιώργος, γιατί η καλή γεύση και το ευπαρουσίαστο πιάτο γοητεύει τους πάντες και ο Μάρκος άκουγε, άκουγε………..
Η στοά του Μάρκου με τα λουλούδια, πήγαινε μια χαρά.
Χθες είχε έλθει ο κυρ Κώστας και είχε φέρει και τον λογιστή του, όπως είχαν συμφωνήσει με τον Μάρκο, να ελέγξει τα βιβλία της επιχείρησης και να δούν πως πήγαν στο πρώτο τρίμηνο.
Ο λογιστής τους είπε πως το μαγαζί έκανε εξακόσιες εικοσιτέσσερις λίρες καθαρά κέρδη (όλα τα έξοδα πληρωμένα) στους πρώτους τρεις μήνες, δηλαδή σαράντα οκτώ λίρες την εβδομάδα.
-Συγχαρητήρια Μάρκο και σε ανώτερα! Του λέγει ο κυρ Κώστας και μην ξεχνάμε πως ο μέσος μισθός ενός εργαζόμενου είναι δέκα πέντε λίρες την εβδομάδα.
-Ευχαριστώ κυρ Κώστα, σε ευχαριστώ για όλα όσα έχεις κάνει για εμένα, χωρίς εσένα δεν θα είχα επιτύχει τίποτε από όλα αυτά και θέλω να ευχαριστήσω και την Χέλεν, που με δέχτηκε στο σπίτι της και μου έδωσε πολλές, καλές συμβουλές όταν κουβεντιάζαμε τις πρώτες ημέρες που ήλθα στην Αυστραλία.
Το άλλο που θέλω να κάνω κυρ Κώστα, είναι να σε αποζημιώσω για ό,τι έξοδα έχεις κάνει για το μαγαζί.
-Μη στενοχωριέσαι, μιλάμε για μικροπράγματα, δεν μου χρωστάς τίποτε.
-Επιμένω, λέγει το παιδί με σοβαρότητα.
Πλήρωσες τα πρώτα ενοίκια του μαγαζιού, πλήρωσες την Μπάρμπαρα πριν ακόμη έλθω εγώ στην Αυστραλία, πλήρωσες άλλους λογαριασμούς και μου άνοιξες και λογαριασμό στην τράπεζα με κάποιο κεφάλαιο για να αρχίσουμε το μαγαζί.
-Αργότερα!
-Θέλω να μου πείς τώρα πόσα χρήματα ξόδεψες για να τα ξεπληρώσω, διαφορετικά πως θα έχω το θάρρος να έλθω και να σου ζητήσω την βοήθειά σου στο μέλλον, αν κάποτε την χρειαστώ;
Ο Κώστας ο Ζευγάς άκουγε τα λόγια του Μάρκου και τον παρακολουθούσε αμίλητος, λες και ήθελε να αναλύσει περισσότερο τις κουβέντες του, να βγάλει τα σωστά συμπεράσματα από τα λόγια του.
-Με πληρώνεις αργότερα Μάρκο, δεν χάθηκε ο κόσμος.
-Πόσα ξόδεψες για το μαγαζί κυρ Κώστα;
-Γύρω στις διακόσιες λίρες, του απαντά σαν ηττημένος.
Έτσι όπως κάθονταν στο τραπέζι, με τον λογιστή κοντά τους να παρακολουθεί την συζήτηση που γινόταν στα Αγγλικά, άνοιξε ο Μάρκος το βιβλίο επιταγών και άρχισε να γράφει σε μία λευκή επιταγή, την ημερομηνία, το όνομα του Κώστα Ζευγά, το ποσό των διακοσίων λιρών σε λέξεις, το ποσόν σε αριθμούς, το υπέγραψε και στο τέλος χάραξε δύο πλάγιες γραμμές στην επιταγή και ανάμεσά τους έγραψε ¨not negotiable¨ έτσι ακριβώς όπως τον είχε διδάξει ο κυρ Κώστας.
-Ορίστε κυρ Κώστα και άπλωσε το χέρι να του δώσει την επιταγή.
Αυτό που έκανες για μένα, ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να κάνει κάποιος σε ένα παιδί που ήλθε σε μια ξένη χώρα, χωρίς συγγενείς, χωρίς προστασία, χωρίς προσανατολισμό, χωρίς έστω και έναν άνθρωπο να του πεί «καλώς όρισες».
Δεν ξέρω πόσα καλά έχεις κάνει στην ζωή σου, αλλά θέλω να ξέρεις πως αυτό που έκανες για μένα, θα μείνει για πάντα στην καρδιά μου και θα το έχω σα φυλαχτό σ όλη μου τη ζωή. Το χρέος μου προς εσένα και την Χέλεν δεν ξεχρεώνεται με καμία επιταγή, μόνο με πράξεις γίνονται αυτές οι δουλειές!
Στα τελευταία λόγια του παιδιού, στα μάτια του παλιού μετανάστη παρουσιάστηκε μια ανεπαίσθητη, υγρή, γελαστή λάμψη. Αυτό μόνο, δεν είπε τίποτε και πήρε την επιταγή από το χέρι του παιδιού.
Ο Μάρκος τώρα, πατούσε σταθερά στο έδαφος και μέσα σε λίγους μήνες είχε ωριμάσει πολύ περισσότερο από την ηλικία του.
Η Μπάρμπαρα τον εκτιμούσε, τον αγαπούσε, αλλά και κατά κάποιον τρόπο τον θαύμαζε.
Δεν χόρταινε να τον παρακολουθεί να σερβίρει τους πελάτες και να τον βλέπει να τους κάνει να χαμογελούν και να τον κοιτάζουν στα μάτια, γιατί το χαμόγελο είναι μεταδοτικό, όταν χαμογελάς σε κάποιον σου χαμογελάει και αυτός.
Αυτό το παιδί, έλεγε τα βράδια στον άνδρα της, έχει ένα σπάνιο χάρισμα. Δεν τον έχω δεί με άσχημη διάθεση, δεν τον έχω δεί με κατεβασμένα μούτρα και πολλοί πελάτες μου ψιθυρίζουν πως δεν έχουν συναντήσει στη ζωή τους πιο χαρούμενο αγόρι. Και δεν μιλάμε μόνο για μια ώρα την ημέρα, για δύο ώρες, η και για δύο ημέρες, πάντα είναι έτσι, χαρούμενος, γελαστός, ευχάριστος! Κάθε ημέρα οι εισπράξεις του μαγαζιού ανεβαίνουν και οι παραγγελίες μας για λουλούδια, όσο πάνε και γίνονται πιο μεγάλες, αυτό λένε και οι προμηθευτές μας.
Ο Μάρκος όταν διαπίστωσε πως αυξάνεται η δουλειά και ανεβαίνουν οι εισπράξεις, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να αυξήσει τον μισθό της Μπάρμπαρα κατά 25%.
Το άλλο, ήταν να βάλλει μια αγγελία στις εφημερίδες για να προσλάβει άλλη μια γυναίκα να βοηθάει την Μπάρμπαρα να ταξινομούν τα λουλούδια και να φτιάχνουν τις ανθοδέσμες και τα μπουκέτα, γιατί ήταν αδύνατο να τα προλαβαίνουν οι δυό τους όλα.
Μια ημέρα όταν κουβέντιαζε με μια καλή κυρία, πελάτισσα του μαγαζιού που εργαζόταν σε ένα μεγάλο δικηγορικό γραφείο, τον ρώτησε αν μπορούσε το μαγαζί να μεταφέρει τα λουλούδια στο γραφείο τους σε καθημερινή βάση, η κάθε δυό ημέρες και να χρεώνει τους πελάτες κάτι πάρα-πάνω για την μεταφορά.
Αυτό ήταν! Ο Μάρκος προσέλαβε ένα αγόρι να μεταφέρει τις ανθοδέσμες στους πελάτες που ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν για την εξυπηρέτηση.
Υπήρχαν και πελάτες που εκτός από τις ανθοδέσμες, ήθελαν και από ένα γαρύφαλλο η ένα άλλο λουλούδι την ημέρα για το πέτο τους, που το αγόρι του μαγαζιού μετέφερε φρεσκότατο μέσα σε ένα μικρό κουτί, φτιαγμένο από πανάκριβο χαρτί πολυτελείας, δεν τους ενδιέφερε η τιμή, το γούστο τους ήθελαν να κάνουν.
Το μαγαζί πήγαινε περίφημα, οι εισπράξεις συνεχώς ανέβαιναν και τα κέρδη του Μάρκου αυξάνονταν ανάλογα και να σκεφτεί κανείς πως δεν είχε ακόμη κλείσει χρόνο στην δουλειά.
Όταν πήγαινε να επισκεφτεί τον κυρ Κώστα και την Χέλεν, πάντα θα αγόραζε και κάποιο δώρο να τους δώσει: θέλεις ένα πακέτο ακριβά πούρα για τον κυρ Κώστα και ένα ακριβό άρωμα για την Μπάρμπαρα, θέλεις ένα όμορφο Ελληνικό αγαλματάκι και για τους δυό που μόλις είχε φέρει το κατάστημα του Σαλαπάτα από την Ελλάδα, θέλεις ένα ταψί φρέσκο γαλατομπούρικο, κάτι θα σκεφτόταν να τους πάει και οι άνθρωποι του έλεγαν συνεχώς να μη ξοδεύεται και δεν είναι ανάγκη να τους φέρνει δώρα κάθε φορά που έρχεται να περάσει μια βραδιά μαζί τους.
Αυτός αντί για απάντηση χαμογελούσε και τότε η Χέλεν τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε στο μάγουλο, σαν να ήταν δικό της αγόρι.
Κάθε Τρίτη που είχε ο Γιώργος ρεπό, τον έπαιρνε ο Μάρκος και πήγαιναν να φάνε τα βράδια σε διαφορετικά εστιατόρια, για να παρακολουθούν την κίνηση, το περιβάλλον του κάθε μαγαζιού, την διακόσμηση, το σερβίρισμα και την ποιότητα των φαγητών.
Έτρωγαν το φαγητό τους και παράλληλα σχολίαζαν το κάθε τι, καλό η άσχημο που έβλεπαν μπροστά τους.
Τα λουλούδια στον προθάλαμο του καταστήματος, δεν είναι φρέσκα, θα παρατηρούσε ο Μάρκος και η κοπέλα στο τραπέζι υποδοχής, διόρθωνε συνεχώς το σουτιέν της, θα της ήταν προφανώς ένα νούμερο πιο μεγάλο, η πιο μικρό, ποιος ξέρει;
Και ο σερβιτόρος που πήρε την παραγγελία, έχωνε συνεχώς το δάχτυλό του στο δεξί του αυτί, θα συμπλήρωνε ο Γιώργος.
Τα ποτήρια του κρασιού, έχουν δακτυλικά αποτυπώματα αν τα κοιτάξεις με προσοχή, φαίνεται κάποιος η κάποια τα έχει πιάσει με όχι και τόσο καθαρά χέρια από πάνω,
ενώ θα έπρεπε να τα πιάσει από τον «στύλο» του ποτηριού, θα παρατηρούσε ο ένας από τους δύο.
Αυτά σχολίαζαν συνέχεια, αλλά το διασκέδαζαν με την ψυχή τους.
Κάθε επίσκεψή τους σε εστιατόριο, ήταν και για τους δυό όχι μόνο ένα σχολείο αλλά και μία διασκέδαση! Είχαν συμφωνήσει να εξετάζουν τα πάντα προσεχτικά και να σχολιάζουν τα άσχημα αλλά και τα ωραία.
Παίνευαν για παράδειγμα τη στάση ενός διευθυντού κάποιου άλλου εστιατορίου, που κατά το τέλος του κυρίου φαγητού, θα περνούσε από το τραπέζι τους, θα τους ξαναγέμιζε τα ποτήρια με κρασί και θα τους ρωτούσε με ένα ευχάριστο χαμόγελο: πώς ήταν το φαγητό σας απόψε;
Όταν έφευγαν, ο Μάρκος που πλήρωνε πάντα τον λογαριασμό, θα άφηνε και ένα καλό μπορμπουάρ, άσχετα αν η κοπέλα διόρθωνε κάθε λίγο και λιγάκι το σουτιέν της, η ο σερβιτόρος έχωνε το δάχτυλό συνεχώς στο δεξί του αυτί.
Στο κάτω-κάτω δεν ήταν δικό τους σφάλμα, ο διευθυντής του εστιατορίου έφταιγε που δεν επιστατούσε κανονικά τους υπαλλήλους του και δεν τους είχε εξηγήσει τι είναι και τι δεν είναι επιτρεπτό στο προσωπικό, όταν βρίσκονται μπροστά στον πελάτη.
Ο Γιώργος είχε πολύ καλή πείρα από εστιατόρια, γιατί πριν μεταναστεύσει στην Αυστραλία, εργαζόταν σαν σερβιτόρος σε μια θαλαμηγό ενός γνωστού Έλληνα εφοπλιστή και εκεί αν δεν έκανες «εκατό τοις εκατό» σωστά την δουλειά σου, δεν είχες μεροκάματο αύριο.
Όσο για τον Μάρκο, δε ήταν και αυτός εντελώς ανίδεος!
Πριν από έξι μήνες είχε γραφτεί σε μια νυχτερινή σχολή για διευθυντές εστιατορίων και παρακολουθούσε μαθήματα κάθε Δευτέρα και Τετάρτη, από τις έξι έως τις δέκα το βράδυ. Όταν ένα βράδυ είχε πάει ο Μάρκος στο μαγαζί του κυρ Σταμάτη για φαγητό και αυτός ήλθε όπως συνήθως και κάθισε για λίγο στο τραπέζι του, τον ρώτησε κατευθείαν αν υπάρχει τρόπος να εργαστεί σαν σερβιτόρος κάθε Σάββατο βράδυ στο μαγαζί του.
-Νομίζω πως έχεις πάρει στα σοβαρά την επιθυμία του συγχωρεμένου του νουνού σου, του λέγει μεταξύ σοβαρού και αστείου.
-Ναι κυρ Σταμάτη, θέλω μια ημέρα να ανοίξω τα δικό μου μαγαζί, μου αρέσει αυτή η δουλειά.
-Εντάξει! Πότε θέλεις να αρχίσεις;
-Τούτο το Σάββατο.
Έτσι ο Μάρκος έβαλε σε εφαρμογή όλα εκείνα που μάθαινε στη σχολή εδώ και έξι μήνες και όταν περνούσε δίπλα από τον Γιώργο, άσχετα αν το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο και οι σερβιτόροι δεν προλάβαιναν τις παραγγελίες, εκείνος θα του ψιθύριζε «να μην χώνει το δάχτυλό του στην τρύπα του δεξιού του αυτιού κάθε λίγο και λιγάκι» και ο Μάρκος θα έσκαγε ένα πλατύ χαμόγελο και οι λακουβίτσες στα μαγουλά του θα γίνονταν πιο έντονες.
Δεν γνώριζε κανείς στο μαγαζί, εκτός από τον Γιώργο, πως πήγαινε δυό βράδια την εβδομάδα στη σχολή για διεύθυνση εστιατορίων. Πολλές φορές το έπαιζε και αθώος και ποτέ δεν έδειχνε πως γνωρίζει δυό πράγματα παραπάνω από τον διπλανό του.
Ένας-δύο παλιοί σερβιτόροι τον αποκαλούσαν και «μικρό».
-Πήγαινε μικρέ στην κάβα και φέρε μου το τάδε μπουκάλι κρασί, της τάδε χρονολογίας.
-Ευχαριστώ μικρέ, σκούπισέ το καλά να γυαλίσει και όταν τελειώσεις βάλτο εκεί.
-Έγινε! Απαντούσε ο Μάρκος.
-Δεν τον λένε «μικρό», το όνομά του είναι Μάρκος, πεταγόταν ο Γιώργος και κοίταζε τον σερβιτόρο στα μάτια.
-Εντάξει είναι, του έκλεινε το μάτι ο Μάρκος. Αν τους κάνει κέφι ας με λένε «μικρό», τι πειράζει;
-Αφού δεν νοιάζει τον ίδιο, απαντούσε ο παλιός σερβιτόρος, εσένα τι σε νοιάζει;
-Με νοιάζει γιατί δεν έχεις τρόπους καλής συμπεριφοράς, κατάλαβες;
-Αφήστε τα αυτά ρε παιδιά γιατί έχουμε και δουλειά, θα επέβαινε κάποιος τρίτος.
Και ο Μάρκος γελούσε…….
Ύστερα από μερικούς μήνες και χωρίς να έχει απουσιάσει ούτε ένα Σαββατόβραδο από τη δουλειά, πλησιάζει τον κυρ Σταμάτη και του ζήτησε να μιλήσουν για λίγο.
Κάθισαν σε ένα τραπεζάκι, έφερε ο Μάρκος δύο καφεδάκια Ελληνικά και λέγει στο αφεντικό του:
-Κυρ Σταμάτη, θέλω να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη.
-Ό,τι θέλεις Μάρκο.
-Θέλω να σταματήσω από σερβιτόρος και να πάω μέσα στην κουζίνα να δουλέψω κοντά στους μαγείρους!
-Όπως θέλεις, αλλά γιατί δεν κάθεσαι λίγο ακόμη σαν σερβιτόρος να μάθεις καλά τη δουλειά και αργότερα σε στέλνω κοντά στον Μιχάλη τον μάγειρα, δεν νομίζω να βιάζεσαι να ανοίξεις εστιατόριο και να έχουμε και ανταγωνισμό;
-Όχι δεν βιάζομαι, αλλά ό,τι ήταν να μάθω από σερβίρισμα το έμαθα. Είναι βλέπεις και άλλα πράγματα που πρέπει να μάθω. Εκτός από την Ελληνική κουζίνα πρέπει να μάθω και τις άλλες κουζίνες: Ιταλική, Γαλλική, υπάρχουν τόσα είδη ψάρια, κλπ κλπ.
Κατόπιν πρέπει να σπουδάσω τα κρασιά, την διαχείριση των εστιατορίων, την διεύθυνση του προσωπικού, είναι τόσα πράγματα που πρέπει να μάθω και όταν διαθέτω μόνο ένα Σαββατόβραδο την εβδομάδα, παίρνει χρόνια να φτάσω εκεί που θέλω.
-Όπως θέλεις του απαντά ο κυρ Σταμάτης συλλογισμένος.
Εκείνος είχε γεράσει επάνω στο επάγγελμα και τόσα πράγματα, βαλμένα με τέτοια τάξη, δεν μπορούσε να τα φανταστεί, ούτε και περίμενε να τα ακούσει από ένα πρωτόβγαλτο παιδί που δεν είχε ακόμη πατήσει τα είκοσι. Για πρώτη φορά έπαψε να τον βλέπει σαν ένα ασήμαντο αγόρι και κάτι, έστω μικρό και ελάχιστο, άρχισε να τον ενοχλεί κάτι μέσα του και να του λέει πως αυτό το παιδί μια ημέρα θα γινόταν ανταγωνιστής του στην αγορά.
-Λοιπόν; ρωτάει και πάλι ο Μάρκος με εκείνο το περίχαρο και όμορφο χαμόγελο.
-Εντάξει, θα μιλήσω στον Μιχάλη και θα κανονίσουμε να εργαστείς στην κουζίνα, του απαντάει σκεφτικός.
Πέρασε ένα Σάββατο, πέρασαν δύο, τρία και ακόμη να πάρει απάντηση από τον κυρ Σταμάτη.
Το είχε κουβεντιάσει το ζήτημα με τον Γιώργο και αυτός του έλεγε:
«Θα σε ζηλεύει ο κόπανος», αλλά ξέρεις τι θα κάνω;
-Τι;
-Θα πάω να μιλήσω στον Μιχάλη, είναι καλός άνθρωπος, είχαμε δουλέψει μαζί και στην Ελλάδα και τον εμπιστεύομαι. Ήταν και φιλαράκια με τον συγχωρεμένο τον νουνό σου.
-Και σε τι θα βοηθήσει αυτό;
-Τουλάχιστον θα μάθουμε αν έχει στο μυαλό του να σε βάλει στην κουζίνα.
Αν δεν έχει μιλήσει στον Μιχάλη, θα πεί πως σε ζηλεύει και δεν θέλει να μάθεις τη δουλειά, οπότε πρέπει να κανονίσουμε ποιο θα είναι το επόμενο βήμα σου.
-Όπως νομίζεις, λέγει ο Μάρκος σκεφτικός.
Πράγματι, όταν ο Γιώργος μίλησε στο μάγειρα, εκείνος του είπε εμπιστευτικά πως το αφεντικό έχει κάτι επιφυλάξεις για το παιδί και μάλλον δεν τον θέλει να έλθει στην κουζίνα.
-Σου είπε τον λόγο; Ρωτάει ο Γιώργος.
-Είπε πως δεν θέλει να κάνει το μαγαζί του «εργοστάσιο ανταγωνιστών του». Άλλο να δίνεις δουλειά σε κάποιον και άλλο να τον μαθαίνεις την τέχνη να σου ανοίξει απέναντι μαγαζί, αυτό μόνο μου είπε.
-Το ήξερα πως είναι κόπανος! Λέγει σιγά ο Γιώργος.
-Γιατί ρε Γιώργο; Δεν το χωνεύεις βλέπω το αφεντικό.
-Γιατί να τον χωνέψω; Δεν μου έχει αυξήσει το μισθό εδώ και δύο χρόνια. Όταν άρχισα εδώ δουλειά ήμουν ανύπαντρος και τώρα έχω μωρό και η γυναίκα μου περιμένει και δεύτερο, αλλά ο μισθός μου παραμένει ο ίδιος. Να πείς πως οι δουλειές δεν πάνε καλά θα σε παραδεχτώ, αλλά το μαγαζί είναι πάντα γεμάτο και αυτός μαζεύει τις λίρες με την σέσουλα.
-Του έχεις ζητήσει αύξηση;
-Του έχω ανοίξει κουβέντα τρεις φορές, αλλά πάντα μου λέει «άστο σε μένα», «άστο σε μένα», κατάλαβες;
-Πόσα σε πληρώνει Γιώργο, αν επιτρέπεται;
-Είκοσι λίρες για έξι ημέρες δουλειά, λεφτά είναι αυτά;
-Και γιατί δεν φεύγεις να βρεις κάπου αλλού δουλειά;
-Έχω αγοράσει ένα σπιτάκι με υποθήκη ρε Μιχάλη και η γυναίκα δεν μπορεί να προσφέρει οικονομικά, αν φύγω από αυτή τη δουλειά και δεν τα πάω καλά στην καινούργια, τι γίνεται; Ποιος θα πληρώσει τις δόσεις, ποιος θα πάει χρήματα στο σπίτι; Με τι θα ζήσουμε;
-Χμ, κάνει ο μάγειρας σκεπτικός.
-Άκουσε τι θα κάνεις, του λέγει με αποφασιστικότητα.
Θα πάς αύριο στο «Σειρήνα» και θα ζητήσεις τον Θωμά τον μάγειρα και εγώ θα του μιλήσω απόψε στο τηλέφωνο. Προχθές που κουβεντιάζαμε, μου έλεγε πως το μαγαζί που εργάζεται, έχει έλλειψη από καλούς σερβιτόρους και το αφεντικό του τον ρώτησε αν έχει κανέναν υπόψη του και αυτός ρώτησε εμένα, αν γνωρίζω κανέναν που θέλει δουλειά. Πληρώνουν εικοσιπέντε λίρες για έξι ημέρες εργασία, αυτό μου το είπε, εσύ ζήτησε τριάντα και μπορεί να μοιράσετε την διαφορά αν δεν σου δώσουν όσα ζητάς.
-Και γιατί δεν μου το είπες;
-Για περίμενε ρε φίλε, δεν μπορώ να κλέβω προσωπικό από το μαγαζί που εργάζομαι και να τους στέλνω αλλού, γίνονται τέτοια πράγματα; Τώρα όμως είναι διαφορετικά, εσύ με την πρώτη ευκαιρία είσαι έξω, έτσι δεν είναι;
-Ναι!
-Έτσι μπράβο, τώρα είμαι ελεύθερος να σε στείλω όπου θέλω. Δεν μπορεί κανείς να εργάζεται για ένα αφεντικό που δεν χωνεύει, έτσι δεν είναι;
-Έτσι είναι, έχεις δίκαιο.
Όταν την άλλη ημέρα πήγε ο Γιώργος και συνάντησε τον Θωμά, τον μάγειρα του «Σειρήνα», εκείνος τον πήρε παράμερα, έφερε δυό ούζα και του μίλησε ελεύθερα.
-Γιώργο, το αφεντικό είναι καλό παιδί, Έλληνας Αυστραλογεννημένος και θέλει κάποιον που να ξέρει καλά τη δουλειά και να μπορεί να τον εμπιστεύεται. Ο Σταμάτης μου είπε πως σε ξέρει χρόνια, έχετε εργαστεί στο ίδιο κρουαζιερόπλοιο στην Ελλάδα και ορκίζεται πως είσαι ένας από τους καλύτερους σερβιτόρους.
-Δεν ξέρω αν είμαι ένας από τους καλύτερους σερβιτόρους, αλλά ξέρω καλά την δουλειά μου και την αγαπώ, αυτό μόνο ξέρω.
-Κάθισε να φωνάξω το αφεντικό να τα πείτε και μεταξύ σας.
Όταν ήλθε το αφεντικό, συστήθηκε μόνος του: «Νίκος Οικονόμος», πήρε μια καρέκλα και κάθισε στο τραπέζι. Ο Γιώργος διαπίστωσε πως δεν ήταν περισσότερο από τριάντα χρονών και τα Ελληνικά του, παρ’όλο που είχε γεννηθεί στην Αυστραλία, ήταν αρκετά καλά.
-Λοιπόν Γιώργο, ο Θωμάς μου λέει πως ενδιαφέρεσαι να εργαστείς μαζί μας.
-Ναι, θέλω να αλλάξω δουλειά.
-Γιατί θέλεις να αλλάξεις δουλειά, αν επιτρέπεται;
-Διότι δεν μου φτάνουν τα χρήματα που πληρώνομαι και το αφεντικό μου δεν σκέπτεται να μου αυξήσει τον μισθό. Κάνω καλά την δουλειά μου, δεν απουσιάζω σχεδόν καθόλου, είμαι επαγγελματίας σερβιτόρος και στα τελευταία δυόμισι χρόνια δεν έχω πάρει καμία αύξηση, γι’αυτό θέλω να φύγω.
-Πόσα χρόνια εργάζεσαι σαν σερβιτόρος, Γιώργο;
-Όλη μου τη ζωή είμαι σερβιτόρος! Από δεκαπέντε χρονών παιδί εργάζομαι πότε σαν βοηθός σερβιτόρου, πότε σαν σερβιτόρος. Έχω δουλέψει σε ταβέρνες, σε μεσαία εστιατόρια, σε εστιατόρια πολυτελείας, μέχρι και σε ιδιωτικά γιοτ και κρουαζιερόπλοια κυρ Νίκο.
-Να με λες Νίκο!
-Εντάξει του απαντάει με ένα χαμόγελο.
-Πόσα χρήματα ζητάς για πέντε ημέρες εργασία;
-Τριάντα λίρες!
-Καλώς όρισες στο «Σειρήνα» και του απλώνει το χέρι, πότε θέλεις να αρχίσεις δουλειά;
-Την παραπάνω Δευτέρα, είναι εντάξει;
-Έγινε! Φώναξε ρε Θωμά να μας φέρουν τρία ούζα να καλωσορίσουμε τον Γιώργο και να του ευχηθούμε «σιδερένιος» όπως λένε και στην πατρίδα…….
Έτσι ο Γιώργος σε μια εβδομάδα και κάτι άρχισε εργασία στο «Σειρήνα» που εκτός της Ελληνικής του κουζίνας, φημιζόταν και σαν ένα από τα πιο καλά εστιατόρια για ψαρικά.
Την επόμενη εβδομάδα, ο Θωμάς ο μάγειρας είχε προσλάβει στην κουζίνα και τον Μάρκο, αλλά με την συμφωνία να εργάζεται Πέμπτες και Σάββατα βράδυ, αλλά ο Μάρκος χαιρόταν, γιατί στο μαγαζί εκείνο θα μάθαινε κοντά στον Θωμά όχι μόνο την Ελληνική κουζίνα, αλλά και όλα τα είδη ψαριών, πως ετοιμάζονται κτλ.
Εργαζόταν από Δευτέρα μέχρι Σάββατο μεσημέρι στο δικό του μαγαζί, Δευτέρα και Τετάρτη βράδυ πήγαινε στη σχολή και Πέμπτη και Σάββατο βράδυ στο «Σειρήνα».
-Αγόρι μου, γιατί σκοτώνεσαι στη δουλειά τόσο πολύ; Του έλεγε κάθε τόσο η Χέλεν. Βρες καμιά κοπέλα και ζήσε και λίγο την ζωή σου, πήγαινε σε κανέναν χορό, πήγαινε στην θάλασσα, πήγαινε σε κάποια εκδρομή…..
-Όταν τελειώσω την σχολή, σου υπόσχομαι πως θα σου φέρω να γνωρίσεις μια πολύ όμορφη Αυστραλέζα κοπέλα, της απαντούσε ο Μάρκος με το γοητευτικό του χαμόγελο, τώρα δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια πράγματα.
-Έχετε γνωριστεί με αυτή την κοπέλα; Ρωτάει η Χέλεν με ένα χαμόγελο.
-Έχουμε, αλλά της έχω πεί πως τώρα είμαι πολύ απασχολημένος, δεν μου περισσεύει καιρός για πολλές εξόδους.
Ο κυρ Κώστας χαμογέλασε, σκεφτόμενος πως κάτι παρόμοιο θα έκανε και ο Ωνάσης, αν ήταν στη θέση του Μάρκου, γιατί κατά βάθος ο Ωνάσης ήταν για τον κυρ Κώστα ό,τι πιο ωραίο είχε να επιδείξει η νεότερη Ελλάδα. Τον καιρό εκείνον, ο Έλληνας μεγιστάνας ήταν στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων και των περιοδικών όλου του κόσμου, όλοι για εκείνον μιλούσαν. Δεν ήταν μόνο ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου, αλλά είχε γίνει πασίγνωστος και από τις σχέσεις του με τον Τσώρτσιλ, με τη θαλαμηγό του που συνεχώς διέσχιζε τα νερά της Μεσογείου φιλοξενώντας τους πιο διάσημους ανθρώπους του κόσμου, από τις σχέση του με την Μαρία Κάλας , την Ελληνίδα ντίβα της όπερας και ακόμη από τις «στενές του σχέσεις» με την πρώτη κυρία της Αμερικής, την Τζάκυ Κέννεντυ που αργότερα έγινε γυναίκα του.
Η Χέλεν πείραζε κάθε τόσο τον άνδρα της για δύο πράγματα: τον Ωνάση και τις Ελληνικές λέξεις.
Όταν κάποιος συζητούσε για κάτι, ο κυρ Κώστας θα τον διέκοπτε και θα του έλεγε πως αυτή η λέξη έχει ελληνική προέλευση, όπως το “mystery” που προέρχεται από το μυστήριο, το “Statistics” από τις στατιστικές, το “phobia” από την φοβία, το “ocean” από τον ωκεανό, άσε που οι περισσότερες ιατρικές και επιστημονικές λέξεις έχουν την ρίζα τους στην Ελληνική γλώσσα και όλα σχεδόν τα ονόματα των αστέρων είναι Ελληνικά……………
-Το κυνήγι της επιτυχίας, έχει προτεραιότητα στη ζωή των ανθρώπων, λέγει μαλακά στην Χέλεν, αυτό θα έκανε και ο Ωνάσης.
-Ωχ και εσύ με τον Ωνάση σου, του πετάει η Χέλεν. Κάθε λίγο και λιγάκι φέρνει στη συζήτηση τον Ωνάση, λέγει στον Μάρκο, κλείνοντάς του το μάτι.
«Ο Ωνάσης έκανε αυτό, ο Ωνάσης έκανε εκείνο, ο χρυσός ‘Έλληνας, ο Έλληνας μεγιστάνας, ο πιο επιτυχημένος Έλληνας του κόσμου, αυτά ακούω κάθε ημέρα, λες και δεν υπάρχουν άλλοι σημαντικοί Έλληνες.
-Υπάρχουν πάρα πολλοί σημαντικοί Έλληνες, απαντάει ο κυρ Κώστας λίγο πειραγμένος, αλλά πήγαινε εσύ και άνοιξε κουβέντα με τον μέσο Αυστραλό για τον Σωκράτη τον Αριστοτέλη, τον Κολοκοτρώνη και τον Ελευθέριο Βενιζέλο, θα σου πούν: «its all Greek to me» κατάλαβες;
Πες τους για τον Ωνάση και τους πέφτουν τα σάλια. Μπορεί να ήταν μετανάστης ο Ωνάσης, μπορεί να πήγε άφραγκος στην Αργεντινή, αλλά κοίταξε που έφθασε όταν έβαλε στόχο να πετάξει από επάνω του την προσφυγιά και την κακοτυχία της μεσοπολεμικής Ελλάδας.
Ποιος άλλος σήκωσε την Ελλάδα πιο ψηλά στα μάτια της υφηλίου, από τον Αριστοτέλη Ωνάση;
Ποιος μετέτρεψε με το όνομά του και την φήμη του στα μάτια της οικουμένης, τα ξεχασμένα Ελληνικά νησιά σε τουριστικούς μαγνήτες και βοηθάνε τώρα με το τουριστικό τους συνάλλαγμα την φουκαριάρα την Ελλάδα;
Πήγαν άλλοι Έλληνες σε ξένες χώρες και όταν έπιασαν τα πρώτα τους δολάρια, το πρώτο που έκαναν ήταν να αλλάξουν τα επώνυμα τους, να τα «αφελληνίσουν» για να μην ακούγονται ¨πολύ Ελληνικά¨ λες και το Ελληνικό τους επώνυμο θα τους ήταν εμπόδιο στην επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική τους αναρρίχηση.
Ο Ωνάσης όμως όχι μόνο δεν άλλαξε το όνομά του, αλλά και χόρευε ζεϊμπέκικο και συρτάκι μπροστά στις κάμερες όλου του κόσμου!
-Εντάξει, εντάξει, του λέγει η Χέλεν με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο.
Βλέπεις Μάρκο, αν θέλεις να πειράξεις τον Κώστα, κατηγόρησε κάτι Ελληνικό, άσχετα αν είναι ο Ωνάσης, οι ελιές Καλαμών η ακόμη και η Ελληνική ρίγανη.
Ο κυρ Κώστας κάλμαρε με το αστείο της γυναίκας του, γιατί γνώριζε πως κατά βάθος η Χέλεν αγαπούσε την Ελλάδα σαν να ήταν δική της πατρίδα, άσχετα αν δεν είχε πάει ούτε μια φορά στην Ελλάδα.
-Νομίζω ότι εργαζόσουν κάποτε σε Ελληνικό καράβι κυρ Κώστα, παρατηρεί ο Μάρκος.
-Ναι! Αλλά δεν ήταν ιδιοκτησία του Ωνάση. Αλλά μια φορά που είχαμε αράξει στον Πειραιά, ήλθε επάνω στο καράβι μας μαζί με τον ιδιοκτήτη του καραβιού, μας χαιρέτησε όλους με χειραψία έναν-έναν και με ρώτησε θυμάμαι από πού κατάγομαι και πόσο καιρό εργαζόμουν στα καράβια, ωραίος άνθρωπος, ζεστός, ευθύς, σωστός Έλληνας!
-Όταν τον χαιρετούσες, σου έδινε την εντύπωση πως ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος της οικουμένης; Ρωτάει το παιδί.
-Δεν ξέρω αν ήταν τότε ο πλουσιότερος άνθρωπος της οικουμένης αν και είχε κάνει αρκετά χρήματα, αλλά όταν μιλούσες μαζί του, νόμιζες πως ήταν ένας καραβοκύρης της σειράς. Ο καπετάνιος του καραβιού μας τον αποκαλούσε «Άρι» και εκείνος τον χτυπούσε στην πλάτη, λες και είχαν γεννηθεί στο ίδιο χωριό, σαν να ήταν φιλαράκια, ωραίος Έλληνας σου λέω!
Κατόπιν η κουβέντα ερχόταν στις δουλειές του Μάρκου, μιάς και ο κυρ Κώστας τον είχε κάτι σαν προστατευόμενό του και ο Μάρκος του έλεγε ποιες είναι οι εισπράξεις του μαγαζιού, πόσα είναι τα έξοδα και τι κέρδη κάνει το μαγαζί.
-Σαν πολύ δεν δουλεύεις ρε Μάρκο;
-Και τι πειράζει που δουλεύω πολύ, του απαντούσε ο Μάρκος με το συνηθισμένο του χαμόγελο.
-Σε πόσα χρόνια νομίζεις ότι θα έχεις το δικό σου εστιατόριο;
-Πριν κλείσω τα εικοσιπέντε, ίσως και νωρίτερα, απαντάει ο Μάρκος με ένα πλατύ χαμόγελο και η Χέλεν τον κοίταξε με μητρική τρυφερότητα, ανάμεικτη με λίγη υπερηφάνεια.
Έτσι περνούσε ο καιρός και η πολλή δουλειά, αντί να κουράζει τον Μάρκο, τον όπλιζε με περισσότερη αποφασιστικότητα να φτάσει στον στόχο του και να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα.
Δεν μιλούσε για τα μελλοντικά του όνειρα σε κανέναν, εκτός από τον κυρ Κώστα, την Χέλεν και ασφαλώς τον Γιώργο, αλλά σιγά, δειλά, σαν το χάραγμα της αυγής έμπαινε στη ζωή του και η Τζέσσικα……..
Την γνώρισε στο μαγαζί του που ερχόταν κάθε πρωί να αγοράζει λουλούδια για το γραφείο που εργαζόταν. Είχε μάθει το όνομά της και εκείνη το δικό του, αλλά η σχέση τους δεν είχε προχωρήσει πιο πέρα από τα συνηθισμένα όρια, μέχρι την ημέρα που η κοπέλα τον ρώτησε αν καλλιεργεί τα λουλούδια μόνος του……
Όχι, απαντάει ο Μάρκος, ποιός σου έδωσε αυτή την ιδέα;
-Μα είναι τόσο όμορφα, ψιθυρίζει το κορίτσι δειλά, χαμηλώνοντας ταυτόχρονα τα μπλε της μάτια με τις μεγάλες ξανθές βλεφαρίδες, κοκκινίζοντας ελαφρά.
Και ο Μάρκος που διάβασε στα γρήγορα τα σημάδια εκείνα που προδίνουν τον ψυχικό κόσμο μιάς κοπέλας, απαντάει με το συνηθισμένο του γοητευτικό χαμόγελο:
-Μα πως θα μπορούσα να πουλήσω άσχημα λουλούδια σε μια τόσο ωραία κοπέλα σαν και εσένα!
Στην γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου που είναι η ημέρα των ερωτευμένων, ο Μάρκος είχε ετοιμάσει μια από τις πιο ωραίες ανθοδέσμες και περίμενε τον ερχομό της.
Όταν το κορίτσι έκανε την εμφάνισή του για να αγοράσει τα λουλούδια του γραφείου, ο Μάρκος ξεμπέρδεψε στα γρήγορα με τον πελάτη που σέρβιρε και έτρεξε κοντά της.
-Καλημέρα Τζέσσικα, «Χάππυ Βαλεντάϊνς Ντάυ», της λέγει με ένα όμορφο χαμόγελο που το κορίτσι γνώριζε πολύ καλά.
Αυτό το χαμόγελο δεν την άφηνε ήσυχη ούτε μπορούσε να το βγάλει από το νου της, είτε ήταν στη δουλειά της, είτε ταξίδευε με το τραίνο να πάει στο σπίτι της, είτε έπεφτε τα βράδια να κοιμηθεί.
-«Χάππυ Βαλεντάϊνς Ντάυ» Μάρκο, απαντάει και αυτή κοιτάζοντάς τον στα μάτια και κοκκινίζοντας ελαφρά.
-Έχω κάτι για σένα σήμερα, της λέγει με σοβαρότητα και της δίνει την ανθοδέσμη που είχε ετοιμάσει ειδικά για αυτή.
-Για μένα; Ρωτάει με ένα ξάφνιασμα στην φωνή της.
-Ναι Τζέσσικα, για σένα!
-Επειδή είμαι καλή πελάτισσα του μαγαζιού;
-Ασφαλώς όχι!
-Τότε γιατί μου τη δίνεις;
-Γιατί είσαι η πιο όμορφη και ευχάριστη κοπέλα που έχω συναντήσει στη ζωή μου, της λέγει σιγά, να μην τον ακούσει η Μπάρμπαρα και αυτή τη φορά ήταν η σειρά η δική του να κοκκινίσουν τα μάγουλά του.
-Ευχαριστώ Μάρκο, του λέγει συγκινημένη και πλησιάζοντάς τον του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο, είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου.
Έτσι άρχισε η σχέση του Μάρκου και της Τζέσσικα, αλλά οι μόνες ημέρες που μπορούσαν να βρεθούν μαζί ήταν η Κυριακή και όταν έκλεινε το μαγαζί τις Τρίτες το βράδυ, αλλά και οι Κυριακές ήταν οι μόνες ημέρες που μπορούσε να ανέβει στο σπίτι του κυρ Κώστα και της Χέλεν και δεν ήθελε να απογοητεύσει τους καλούς αυτούς ανθρώπους που του είχαν φερθεί τόσο καλά.
Έτσι ο Μάρκος αποφάσισε μια ημέρα να ρωτήσει την Χέλεν αν ήταν έτοιμη να γνωρίσει την φιλενάδα του και αυτή πέταξε από την χαρά της.
Κανονίστηκε λοιπόν, μια Κυριακή να πήγαιναν μαζί στο Ντούραλ και την άλλη να την περνούσαν μόνοι τους αυτός και η Τζέσσικα, πότε στη θάλασσα πότε σε κάποια εκδρομή και πότε σε άλλες εξόδους, αρκεί να βρίσκονταν μαζί και να κρατάει ο ένας το χέρι του άλλου.
Αυτή λεπτή με καλλίγραμμες μακριές γάμπες, με μακριά ξανθιά μαλλιά, μπλε μάτια και λευκή επιδερμίδα και αυτός στο ίδιο ανάστημα με το κορίτσι, με μαύρα πυκνά μαλλιά, γερό και δεμένο κορμί, ούτε αδύνατος ούτε και γεμάτος, με μελαψή επιδερμίδα, με μαύρα γελαστά μάτια, με ένα μόνιμο όμορφο χαμόγελο και δυό λακουβίτσες στα μάγουλα, που αιχμαλώτιζαν όποιον βρισκόταν μπροστά του.
Όταν κάποιος τους ρωτούσε πως γνωρίστηκαν, η Τζέσικα βιαζόταν να απαντήσει πως γνωρίστηκαν από το χαμόγελο του Μάρκου και ο αυτός χαμογελούσε πιο πολύ στο άκουσμα εκείνων των λόγων.
Ήταν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι και δεν έκρυβαν τον ερωτά τους από κανέναν και ας τους έλεγαν πολλοί πως διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους, αλλά ήταν τόσο όμορφοι και οι δυό…..
Η Τζέσσικα γνώριζε το όνειρο του Μάρκου για το εστιατόριο και χωρίς αυτός να το ξέρει είχε γραφτεί σε μια σχολή με αλληλογραφία για να μάθει όσα πιο πολλά μπορούσε για τα επαγγέλματα φιλοξενίας και τα κρασιά.
Σε κάποια συζήτηση που είχαν για τέτοια πράγματα, ο Μάρκος την ρωτάει, πως γνωρίζει τόσο πολλά για τον κλάδο αυτόν και η Τζέσσικα, λες και είχε κάνει κάποια σοβαρή ζημιά, του είπε την αλήθεια.
Τότε ο Μάρκος την κοίταξε βαθιά στα μάτια, την τράβηξε κοντά του, και της έδωσε το πιο γλυκό φιλί από τότε που πρωτογνωρίστηκαν. Ήταν τόσο υπερήφανος για την κοπέλα του, ήταν τόσο χαρούμενος που με τον πιο διακριτικό τρόπο, του έλεγε πως συμμερίζεται και πιστεύει και εκείνη στο όνειρό του.
Ο Θωμάς, ο μάγειρας στο «Σειρήνα», είχε καταλάβει το σκοπό για τον οποίον εργαζόταν ο Μάρκος στην κουζίνα μαζί του, γιατί ποιος θα εργαζόταν για μερικές ώρες την εβδομάδα σε μια κουζίνα εστιατορίου, όταν δεν είχε ανάγκη τα χρήματα;
Γνώριζε πως ο Μάρκος έχει δικό του μαγαζί που πωλούσε λουλούδια και όταν μια ημέρα πέρασε από την στοά να πάρουν ένα καφεδάκι και να γνωρίσει το μαγαζί του, διαπίστωσε πως τα χρήματα δεν ήταν η αιτία που εργαζόταν τις Πέμπτες και τα Σάββατα βράδια και του το είπε.
-Ναι Θωμά, θέλω να μάθω όσα πιο πολλά μπορώ από αυτή τη δουλειά γιατί μια ημέρα θέλω να ανοίξω το δικό μου εστιατόριο.
-Τότε πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο διδασκαλίας σου, του λέγει ο έμπειρος μάγειρας.
-Δηλαδή;
-Θα μαθαίνουμε όχι μόνο πως γίνεται κάποιο φαγητό, αλλά από τι ακριβώς υλικά γίνεται και γιατί γίνεται έτσι. Θα δίνουμε περισσότερη σημασία στην παρουσίαση κάποιου φαγητού, στη θερμοκρασία που πρέπει να σερβίρεται το φαγητό, πως θα ετοιμάζουμε το πιάτο πριν το δώσουμε στον σερβιτόρο και χιλιάδες άλλα πράγματα που πρέπει να μάθεις.
Και ο Μάρκος άκουγε, άκουγε…………..
-Η επιτυχία ενός καλού εστιατορίου Μάρκο, βασίζεται σε μερικά βασικά πράγματα, που πρέπει να τα μάθεις και να τα έχεις πάντα στο μυαλό σου, αν θέλεις να πετύχεις σε αυτές τις δουλειές.
-Ποια είναι αυτά τα πράγματα Θωμά;
-Σαν αρχή η εμφάνιση και ο καλλωπισμός του μαγαζιού, μαζί με την γενική και αδιαπραγμάτευτη καθαριότητα.
Κατόπιν οι σερβιτόροι.
Πρέπει να είναι ευχάριστοι άνθρωποι, να χαμογελούν στον πελάτη, να τον σέβονται και να τον κάνουν να αισθάνεται πως όσο βρίσκεται στο μαγαζί, είναι το τιμώμενο πρόσωπο της ημέρας.
Πρέπει να είναι ευπαρουσίαστοι!
Γυαλισμένα και καθαρά παπούτσια, καθαρά σιδερωμένα ρούχα, φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο αν πρόκειται για άνδρες, διακρικτικό μακιγιάρισμα για γυναίκες, κοντά και λιμαρισμένα νύχια, αλλά άβαφα για τις γυναίκες, βουρτσισμένα καθαρά δόντια, περιποιημένα μαλλιά και το μάτι τους να είναι πάντα στον πελάτη. Αυτό που γίνεται στη πατρίδα που καλούν τον σερβιτόρο με παλαμάκια ή με το χτύπημα του ποτηριού με το πιρούνι, δεν περνάει εδώ.
Όταν ο πελάτης θέλει κάτι, δεν πρέπει να κάνει τίποτε άλλο από το να σηκώσει ελαφρά το χέρι η να κοιτάξει τον σερβιτόρο και να σηκώσει λίγο τα φρύδια του. Ο σερβιτόρος πρέπει να «πιάνει» την επιθυμία του πελάτη από μακριά και να τρέχει να την εκπληρώσει, αυτό θα πεί «σέρβις».
Όταν το μαγαζί είναι όμορφο, περιποιημένο, καθαρό και το προσωπικό είναι έτοιμο και προετοιμασμένο να δεχθεί τον πελάτη, τότε έρχεται η σειρά του φαγητού!
-Ποιο μετράει περισσότερο στις δουλειές αυτές Θωμά; Όλα τα παραπάνω ή τα φαγητά;
- Α! Εδώ Μάρκο ισχύει η παροιμία που λέει: «ποιο ήλθε πρώτα, το πουλί ή το αυγό;».
Ο Μάρκος σκέφτηκε για λίγο και μετά γέλασε.
-Εγώ νομίζω πως και τα δυό είναι εξ ίσου σημαντικά, αλλά άλλοι πιστεύουν πως η εμφάνιση του μαγαζιού και το σέρβις είναι πιο εύκολα πράγματα, ενώ η προετοιμασία του φαγητού είναι μια δύσκολη τέχνη γιατί κάθε φαγητό έχει τα δικά του μυστικά. Όσο πιο τεχνίτης είναι ο μάγειρας, τόσο πιο καλό θα είναι το αποτέλεσμα και θα αρέσει στον πελάτη που θα έλθει πάλι και πάλι και θα συστήσει το μαγαζί σε φίλους και γνωστούς.
-Πού τα έμαθες εσύ όλα αυτά Θωμά;
-Έχω δουλέψει κοντά σε επαγγελματίες στην Ελλάδα, στο Παρίσι και εδώ στο Σύδνεϋ και αυτά τα πράγματα είναι η βάση για κάθε επιτυχημένη επιχείρηση. Δεν πληρώνει ο πελάτης τόσα χρήματα για να γεμίσει μόνο το στομάχι του, αυτό το κάνει και σε ένα «φαστφουντάδικο» και του κοστίζει το ένα δέκατο από τις τιμές του καλού εστιατορίου.
Ο πελάτης έρχεται σε εμάς για να αισθανθεί όμορφα, άνετα, να ευχαριστηθεί από όλες τις απόψεις.
Από καλωσόρισμα, από ατμόσφαιρα, από περιποίηση, από γεύση από τα πάντα, γιατί όπως είπαμε πρέπει να αισθάνεται ότι είναι το τιμώμενο πρόσωπο της ημέρας
Και ο Μάρκος άκουγε, άκουγε, άκουγε……..
-Το άλλο πράγμα που μετράει στα καλά εστιατόρια είναι τα κρασιά!
Τα κρασιά που μπαίνουν στον κατάλογο του μαγαζιού πρέπει να είναι άριστης ποιότητας και πολύ-πολύ προσεχτικά διαλεγμένα και η επιλογή των κρασιών είναι και αυτή μια δύσκολη τέχνη. Το μπουκάλι με την ετικέτα του καλού κρασιού, όχι μόνο ευχαριστεί τον πελάτη, αλλά και αποφέρει πολύ καλά κέρδη στο μαγαζί, χωρίς να χρειάζεται προετοιμασία, μαγείρεμα όπως τα φαγητά κτλ, μόνο σερβίρισμα στα ποτήρια χρειάζεται.
-Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι Θωμά;
-Ναι ό,τι θέλεις.
-Από ό,τι ακούω και βλέπω, διαπιστώνω πως έχεις μια άριστη ιδέα όχι μόνο για την μαγειρική, αλλά και για όλη τη διαχείριση των εστιατορίων, πως έγινε και δεν άνοιξες δικό σου μαγαζί.
-Χμ! Εγώ δεν κάνω για επιχειρήσεις Μάρκο.
-Γιατί;
-Γιατί δεν με αφήνουν τα άλογα και ο ιππόδρομος, άστα μη το συζητάς……..
Όταν μιλούσε με τη Τζέσσικα στο τηλέφωνο, μετά από λίγο η συζήτηση ερχόταν και πάλι στα εστιατόρια και η κοπέλα τον άκουγε να της μιλάει για ώρες για καινούργιες συνταγές, για καινούργιες ιδέες και διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης εστιατορίων.
-Και όταν ανοίξεις εστιατόριο, τι θα γίνει με το ανθοπωλείο; Τον ρωτά μια ημέρα
-Θα το κρατήσω και το ανθοπωλείο, της απαντά με σοβαρότητα.
-Και πώς θα γίνει αυτό; Πόσα κομμάτια θα γίνεις Μάρκο;
-Το ανθοπωλείο εργάζεται σαν ρολόι και η Μπάρμπαρα είναι άριστη στη δουλειά της. Θα της διπλασιάσω τον μισθό, θα της χορηγήσω και ποσοστά από τα καθαρά κέρδη και θα της ζητήσω να αναλάβει την διεύθυνση του, αυτό θα κάνω.
-Θα δεχτεί;
-Είμαι βέβαιος πως θα δεχτεί. Την βάζω σχεδόν συνέταιρο χωρίς κεφάλαια και οικονομικές υποχρεώσεις, εσύ δεν θα δεχόσουν αν κάποιος σου πρότεινε κάτι παρόμοιο;
-Και γιατί θέλεις να κρατήσεις και το ανθοπωλείο, για τα κέρδη;
-Ασφαλώς και για τα κέρδη, αλλά αυτή η γωνιά είναι ιερή για εμένα!
Θέλω να την κρατήσω για τη μνήμη του νουνού μου, αλλά και για να θυμάμαι την βοήθεια του κυρ Κώστα στο πρώτο μου ξεκίνημα στη ζωή.
Το κορίτσι τον κοίταξε στα μάτια χωρίς να πεί τίποτε, ήταν τόσο υπερήφανη για το αγόρι της και δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της μακριά από τον Μάρκο.
Ο Γιώργος που στο μεταξύ είχε γίνει πατέρας για δεύτερη φορά, δεν είχε χρόνο να βγαίνει με τον Μάρκο να τρώνε σε άλλα εστιατόρια για να παρακολουθούν την κίνηση στην αγορά, αλλά τη θέση του την είχε πάρει η Τζέσσικα που παρακολουθούσε τα πάντα και κρατούσε σημειώσεις από κάθε τους έξοδο σε εστιατόρια.
-Δεν νομίζεις πως η θερμοκρασία είναι πολύ χαμηλή, τον ρωτάει ένα βράδυ.
-Κρυώνεις;
-Είναι κάπως δροσερά, αλλά παρακολουθώ αυτές τις κυρίες στο άλλο τραπέζι που είναι μαζεμένες με τα εξώπλατα που φορούν, θα έχουν πουντιάσει από το κρύο οι φουκαριάρες.
-Ναι! Έχεις δίκαιο παρατηρεί και ο Μάρκος, κάνει λίγη ψύχρα.
Βγάζει το σημειωματάριο η Τζέσσικα και γράφει: «Κλιματισμός του μαγαζιού. Η θερμοκρασία δεν πρέπει να είναι ούτε χαμηλή ούτε υψηλή. Ο αρχισερβιτόρος πρέπει να ελέγχει την θερμοκρασία σε ταχτικά χρονικά διαστήματα ώστε το μαγαζί να είναι δροσερό και ευχάριστο, αλλά ποτέ πολύ ζεστό ή πολύ κρύο» και ο Μάρκος την κοίταζε και χαμογελούσε.
Τον επόμενο μήνα ο Μάρκος τελείωσε τα μαθήματά του ύστερα από τρία χρόνια στην σχολή και πήρε το δίπλωμά του.
Τότε κανόνισε να καλέσει μια βραδιά την Τζέσσικα, τον κυρ Κώστα με τη Χέλεν, τον Γιώργο με την γυναίκα του και την Μπάρμπαρα με τον άνδρα της και να τους κάνει το τραπέζι σε ένα όμορφο εστιατόριο για να γιορτάσουν το γεγονός.
Ήταν μια πολύ ωραία βραδιά και ο Μάρκος ήταν ντυμένος με ένα όμορφο μπλε κουστούμι που είχε ράψει ειδικά για την περίσταση, με την Τζέσσικα δίπλα του ντυμένη με ένα ακριβό κόκκινο φόρεμα, που τόνιζε τις όμορφες γραμμές του κορμιού της, με τα ξανθά μαλλιά της σηκωμένα ψηλά σε κότσο και με ένα ανεπαίσθητο μακιγιάρισμα στο όμορφο λευκό πρόσωπό της που το στόλιζαν δύο μεγάλα, γελαστά, μπλε μάτια
Ήταν τόσο όμορφοι και οι δυό και ταίριαζαν τόσο πολύ, που η Χέλεν δεν χόρταινε να τους κοιτάζει…….
Σε κάποια στιγμή γυρνάει στον άνδρα της και του ψιθυρίζει:
-Ο Μάρκος μοιάζει σαν τον Απόλλωνα και η Τζέσσικα σαν μια ξανθιά Αφροδίτη, δεν νομίζεις πως είναι ένα πολύ όμορφο ζευγάρι οι δυό τους;
Ο κυρ Κώστας της χαμογέλασε με συγκατάθεση, ενώ παράλληλα του ήλθε στο μυαλό ένα παλιό Ελληνικό τραγούδι:
Να ήταν τα νιάτα δυό φορές, τα γέρατα καμία’……...
Ο Μάρκος δεν είχε ακόμη πατήσει τα εικοσιδύο, αλλά είχε αποχτήσει την κρίση και την λογική ενός ηλικιωμένου άνδρα. Είχε κερδίσει την εκτίμηση και τον σεβασμό όλων των ανθρώπων που συναλλάσσονταν μαζί του και η Μπάρμπαρα μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό του ανθοπωλείου, τον αγαπούσαν σαν άνθρωπο και τον σέβονταν σαν αφεντικό.
Εκείνος με την σειρά του, φερόταν πολύ φιλικά στο προσωπικό και έδειχνε τον ίδιο ζήλο και κατέβαλλε τις ίδιες προσπάθειες για το μαγαζί και τους πελάτες, σαν τότε που ήλθε από την Ελλάδα.
Μια ημέρα συζητούσε με έναν γνωστόν του κτηματομεσίτη και αυτός κατά τύχη του ανέφερε πως ένα μαγαζί που πουλούσε είδη κατασκήνωσης, εκδρομής, ψαρέματος κτλ. είναι για πούλημα και αυτός που το έχει είναι και ιδιοκτήτης του κτιρίου που στεγάζεται το μαγαζί και θέλει να αποστρατευτεί από τη δουλειά.
-Πουλάει το κτίριο η τον αέρα του μαγαζιού;
-Δεν πουλάει το κτίριο, μόνο τις μπίζνες πουλάει.
-Πόσο ζητάει για τον αέρα; Ερωτάει ο Μάρκος έτσι για πλάκα.
-Θέλει πέντε χιλιάδες λίρες μαζί με το εμπόρευμα, που θα είναι γύρω στις χίλιες πεντακόσιες λίρες. Αλλά αυτός ενδιαφέρεται περισσότερο για τα ενοίκια, θέλει να έχει ένα σταθερό εισόδημα όταν αποσυρθεί.
Ο Μάρκος που ούτε στιγμή δεν έβγαζε την ιδέα του εστιατορίου από το μυαλό του, ζήτησε να μάθει πού ακριβώς είναι το μαγαζί.
Όταν ο κτηματομεσίτης του είπε το μέρος, ο Μάρκος ήξερε ακριβώς για ποιο κτίριο επρόκειτο. Βρισκόταν ανάμεσα σε όμορφα διατηρητέα κτίρια και με δρόμο καλυμμένο από τεράστια δέντρα.
-Είναι και αυτό το κτίριο διατηρητέο; Ρωτάει.
-Ασφαλώς, απαντάει ο κτηματομεσίτης, διαφορετικά θα μπορούσε να κατεδαφιστεί και στην θέση του να κτιζόταν ένα τεράστιο οικοδόμημα και ο γέρος να μην ήξερε τι να κάνει τα χρήματά του.
-Έχει και κήπο πίσω;
-Έχει έναν παραμελημένο κήπο με δέντρα, γύρω στα διακόσια τετραγωνικά μέτρα, γιατί ρωτάς Μάρκο;
-Μπορούμε να πάμε να δούμε το κτίριο; Ρωτάει ο Μάρκος λες και δεν άκουσε την ερώτηση του ανθρώπου.
-Όποτε θέλεις.
Μια ημέρα όταν ο Μάρκος μαζί με τον κτηματομεσίτη, επισκέφτηκε το μαγαζί του γέρου, έλεγξε τους χώρους και είδε τον κήπο στο πίσω μέρος, τρελάθηκε από την χαρά του. Το κτίριο, αν και χρειαζόταν αρκετή φροντίδα, τροποποιήσεις, βαψίματα και τα παρόμοια, ήταν σε άριστη κατάσταση και μπορούσε να μετατραπεί σε έναν πολύ ευχάριστο και πρακτικό χώρο για ένα καλό εστιατόριο, αλλά έπρεπε να γίνουν λίγες μεταρρυθμίσεις.
-Γιατί ενδιαφέρεσαι; Τον ερωτά ο κτηματομεσίτης, σκέφτεσαι να αλλάξεις επάγγελμα; δεν σου αρέσουν τα λουλούδια;
-Πόσο ενοίκιο ζητάει και τι ενοικιοστάσιο είναι διατεθειμένος να δώσει;
-Σαράντα λίρες την εβδομάδα ενοίκιο και όσο για το ενοικιοστάσιο, δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα, αυτός ενοίκια θέλει και σε κάποια συζήτηση που είχαμε μου είπε πως φοβάται μην το αγοράσει κανένας ατζαμής και πέσει έξω και μείνει το μαγαζί άδειο.
-Πάμε στο γραφείο σου να κουβεντιάσουμε, του λέγει ήσυχα ο Μάρκος.
Όταν κάθισαν στο γραφείο του κτηματομεσίτη και μια κοπέλα τους έφερε καφέ, ο Μάρκος που το μυαλό του δούλευε σαν καλολαδωμένη μηχανή, κοιτάζει τον άνθρωπο στα μάτια, έτσι όπως έκανε πάντα όταν ήθελε να ασχοληθεί με ένα σοβαρό θέμα και αρχίζει:
-Τζάκ, ενδιαφέρομαι για το μαγαζί και θέλω να το κάνω εστιατόριο!
-Εστιατόριο; Επαναλαμβάνει ο κτηματομεσίτης σαν να μιλούσε μόνος του.
-Εστιατόριο!
………………….
Λοιπόν, άκουσε τους όρους μου, συνεχίζει ο Μάρκος, σαν να μην κατάλαβε την έκπληξη του άλλου:
  1. Πληρώνω τρεις χιλιάδες λίρες για τον αέρα του μαγαζιού και αυτά είναι πολλά, διότι εγώ δεν ενδιαφέρομαι για το είδος αυτό του μαγαζιού, δηλαδή πετάω τα χρήματά μου στα σκουπίδια.
  2. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να αναλάβει να εκποιήσει το εμπόρευμά του πριν μου παραδώσει το κτίριο, διότι εγώ δεν χρειάζομαι εμπόρευμα.
  3. Ο ιδιοκτήτης πρέπει να βάψει το εξωτερικό μέρος του κτιρίου, με χρώματα που θα του υποδείξει ο δικός μου αρχιτέκτονας.
  4. Ο ιδιοκτήτης θα μου επιτρέψει να κάνω τις απαραίτητες αλλαγές στο εσωτερικό μέρος του κτιρίου, βάσει των σχεδίων του δικού μου αρχιτέκτονα, για να μετατραπεί το μαγαζί σε ένα ωραίο εστιατόριο.
  5. Το ενοικιοστάσιο θα είναι για πέντε χρόνια, με δικαίωμά μου για ανανέωση με τους ίδιους όρους, άλλων τριών πενταετιών, πέντε χρόνια την κάθε φορά.
  6. Δέχομαι το ενοίκιο των σαράντα λιρών την εβδομάδα, με δικαίωμα του ιδιοκτήτη να ανεβάζει το ενοίκιο κατά 5% κάθε δυόμισι χρόνια.
Αυτοί είναι οι όροι μου και δεν είναι διαπραγματεύσιμοι.
Αν ο ιδιοκτήτης συμφωνήσει, είμαι έτοιμος να υπογράψω προσύμφωνα και να δώσω 10% προκαταβολή όποια ημέρα θελήσει, αλλά η πρότασή μου ισχύει μόνο για δέκα ημέρες. Μετά από δέκα ημέρες αποδεσμεύομαι και παίρνω κάποιο άλλο μαγαζί που βρίσκομαι σε διαπραγματεύσεις με τον ιδιοκτήτη.
Όση ώρα μιλούσε ο Μάρκος, ο κτηματομεσίτης κρατούσε σημειώσεις με επαγγελματικό ύφος. Όταν τελείωσε, σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε τον Μάρκο Αντάρα στα μάτια, με ένα διάχυτο σεβασμό στη ματιά του.
-Είμαι βέβαιος πως θα το πάρεις το μαγαζί Μάρκο, του λέγει με πεποίθηση.
Αν δεν το πάρεις, θα πρέπει να έχεις να κάνεις με ένα πολύ δύσκολο ιδιοκτήτη, η με ένα ανίκανο κτηματομεσίτη.
-Ενδιαφέρεται κανένας άλλος για το μαγαζί; Ρωτάει ο Μάρκος κάπως αδιάφορα.
-Υπάρχουν ένα-δύο άλλοι για να συνεχίσουν το ίδιο είδος της επιχείρησης, αλλά οι προτάσεις τους δεν είναι ικανοποιητικές και ακόμη ο ιδιοκτήτης φοβάται πως θα πέσουν έξω γιατί δεν έχουν την πείρα τη δική του και ακόμη τα είδη που πουλάει το μαγαζί, άρχισαν τώρα να πουλιούνται και σε πολυκαταστήματα με φθηνότερες τιμές.
Όπως σου είπα και προηγουμένως, ο πελάτης μου ενδιαφέρεται περισσότερο για τη σιγουριά του εισοδήματος από τα ενοίκια και η ιδέα σου για εστιατόριο είναι υπέροχη, ούτε εγώ δεν είχα σκεφτεί κάτι τέτοιο, το κτίριο αυτό είναι ό,τι πρέπει για αυτή τη δουλειά.
-Ωραία λοιπόν! περιμένω απάντηση, του λέγει με ένα χαμόγελο και στα μαγουλά του παρουσιάστηκαν εκείνες οι όμορφες λακουβίτσες που λάτρευε η Τζέσσικα και εντυπωσίαζαν τους συνομιλητές του, ενώ ταυτόχρονα σηκώνεται από το κάθισμά του και δίνοντάς του το χέρι, τον ευχαρίστησε για τον καφέ.
Όταν επέστρεψε στο μαγαζί του, σήκωσε το τηλέφωνο, σχημάτισε τον αριθμό του κυρ Κώστα και ύστερα από τα συνηθισμένα λόγια μπήκε κατευθείαν στο θέμα:
-Θέλω να κατεβείς στο Σύδνεϋ να κουβεντιάσουμε για ένα σοβαρό θέμα.
-Τι τρέχει ρε Μάρκο, σου συμβαίνει τίποτε;
-Δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε, αλλά θέλω τη γνώμη σου για ένα σοβαρό θέμα.
-Μη μου πείς πως σκέφτεσαι να ζητήσεις την Τζέσσικα σε γάμο…..
Ο Μάρκος έσκασε στα γέλια.
-Όχι δεν σκέφτομαι τέτοιο πράγμα προς το παρόν, θέλω να μιλήσουμε για μπίζνες.
-Μπίζνες;
-Ναι, βρήκα ένα κτίριο που είναι ό,τι πρέπει για εστιατόριο και θέλω να το δείς και εσύ και να μου πεις την γνώμη σου.
………………………………..
-Κυρ Κώστα, μ’ακούς;
-Σε ακούω Μάρκο, είπες για εστιατόριο;
-Ναι!
-Και ποιος σου το σύστησε;
-Θα σου εξηγήσω όταν έλθεις κάτω, πότε νομίζεις πως μπορεί να κατέβεις;
-Αύριο το πρωί.
-Θα σε δώ αύριο λοιπόν, δώσε την αγάπη μου στην Χέλεν.
Όταν την άλλη ημέρα κατέβηκε ο κυρ Κώστας στην πόλη, ο Μάρκος είχε καλέσει και έναν γνωστό του Αρχιτέκτονα και κανόνισε με τον κτηματομεσίτη να τους επιτραπεί να επισκεφτούν το κτίριο να το ξαναδούν και να κάνουν και μια πρόχειρη μελέτη.
Όταν έφτασαν, ο Μάρκος άρχισε να εξηγεί στον κυρ Κώστα τα σχέδιά του, να του δείχνει τους χώρους, να του εξηγεί που θα είναι η κουζίνα, που θα τοποθετηθεί το μπαρ, πόσα τραπέζια θα μπορούσαν να βολευτούν στον κήπο, πόσα μέσα στο μαγαζί και τι διακόσμηση χρειαζόταν για να καλλωπιστεί και να του δοθεί ένα Ελληνικό χρώμα.
Ο Αρχιτέκτων είχε αρχίσει την δουλειά του και σχεδίαζε τους χώρους στο χαρτί, μετρούσε τις διαστάσεις των διαφόρων χώρων, σημάδευε ποίο τοιχάκι έπρεπε να πέσει, πού θα τοποθετηθούν μερικές κολώνες για να τονιστεί το κλασικό Ελληνικό περιβάλλον, πού θα μπορούσαν να τοποθετηθούν μερικές βάσεις για να στηρίξουν τις προτομές μερικών αρχαίων Ελλήνων Θεών, φιλοσόφων, πολιτικών κτλ, ποίοι τοίχοι προσφέρονταν για να ζωγραφιστούν νησιά, λιμάνια, ακρογιάλια, εκκλησίες και ό,τι άλλο μπορούσε να μεταδώσει στον επισκέπτη το αρχαίο και σύγχρονο Ελληνικό πνεύμα και την Ελληνική κουλτούρα.
-Και πότε τα σκέφτηκες όλα αυτά ρε Μάρκο;
-Από την ώρα που μου έδειξε ο κτηματομεσίτης το μαγαζί.
-Μα όλα αυτά χρειάζονται πολλή σκέψη, πότε πρόλαβες να τα σκεφτείς όλα;
-Τα περισσότερα τα είχα στο μυαλό μου από πολύ καιρό, τα άλλα μου στέρησαν μερικές ώρες ύπνου σαν πήγαινα τα βράδια στο κρεβάτι, αλλά όταν ξυπνούσα το πρωί, είχα στο κεφάλι μου μια καθαρή εικόνα για το τι μπορεί να γίνει σε τούτον τον χώρο, πώς τα βλέπεις τα πράγματα, σου αρέσει το μαγαζί;
-Καλό είναι το μαγαζί και ο δρόμος αυτός είναι πολύ ήσυχος και γεμάτος από όμορφα, μεγάλα δέντρα, αλλά έχεις υπολογίσει τι θα σου κοστίσει να ετοιμάσεις το μαγαζί, να το ανανεώσεις, να το διακοσμήσεις, να το επιπλώσεις;
-Κοίταξε! Αν ο ιδιοκτήτης δεχθεί τους όρους μου, που είμαι βέβαιος πως θα δεχθεί, θα μου κοστίσει 3000 λίρες για τον αέρα, άλλες τρεις για την διαμόρφωση των χώρων και την διακόσμηση, και γύρω στις δύο με τρεις χιλιάδες για επίπλωση, κουζίνα, μπαρ, δωμάτιο ψύξης και διαμόρφωση κήπου. Όλα μαζί φτάνουν στις εννιά χιλιάδες λίρες, βάλλε και άλλες χίλιες για κάτι απρόοπτα και μας κάνουν δέκα χιλιάδες.
-Πού βασίζεις τους υπολογισμούς σου; ρωτάει ο κυρ Κώστας κοιτάζοντάς τον με το διαπεραστικό του βλέμμα.
-Σωστά! Λοιπόν ο αέρας ξέρουμε πως θα μας κοστίσει τρεις χιλιάδες.
-Αυτό το ξέρουμε.
-Χθες το απόγευμα έστειλα τον Αρχιτέκτονα να ρίξει μια ματιά στο εσωτερικό του μαγαζιού και του ζήτησα να μου πει τι μπορεί να μας κοστίσει να το κάνουμε ένα καλό Ελληνικό εστιατόριο και όταν επέστρεψε μου είπε πως δεν χρειάζεται να γίνουν και πολλές αλλαγές, μόνο η κουζίνα, το μπαρ, οι τοιχογραφίες και γενικά ο καλλωπισμός θα μας κοστίσουν λίγα χρήματα.
-Δεν σου έδωσε κάποια ιδέα;
-Δεν ήθελε να μου δώσει αριθμούς πριν κάνει την κανονική του μελέτη, αυτή δηλαδή που κάνει τώρα, αλλά όταν τον πίεσα μου απάντησε πως δεν πρόκειται να ξεπεράσει τις τρεις χιλιάδες λίρες και το μαγαζί θα γίνει το καλύτερο Ελληνικό εστιατόριο στο Σύδνεϋ.
-Και η επίπλωση;
-Τηλεφώνησα σε έναν καθηγητή της σχολής που φοιτούσα πέρυσι, γιατί αυτοί ξέρουν πόσο κοστίζουν αυτά τα πράγματα και μου είπε πως για να επιπλώσεις ένα εστιατόριο για περίπου εκατόν με εκατόν είκοσι πελάτες με τα καλύτερα έπιπλα που υπάρχουν στην αγορά, δεν κοστίζει περισσότερο από δύο με τρεις χιλιάδες λίρες, συμπεριλαμβανομένων και των επίπλων της κουζίνας, δωματίου ψύξης και μπαρ.
-Δηλαδή με δέκα χιλιάδες το μαγαζί είναι έτοιμο.
-Ακριβώς!
-Είσαι έτοιμος Μάρκο για αυτή τη δουλειά;
-Ετοιμάζομαι για τέσσερα χρόνια κυρ Κώστα για να ανοίξω ένα τέτοιο μαγαζί, νομίζω πως είμαι έτοιμος!
-Τι σκέφτεσαι να κάνεις με την στοά;
-Θα την κρατήσω και την στοά και η Μπάρμπαρα θα την διευθύνει με αυξημένο προσωπικό και αυξημένα οικονομικά κίνητρα.
-Και τι μπορώ να κάνω εγώ για να σου φανώ χρήσιμος;
-Να μου πεις αν εγκρίνεις το σχέδιό μου και αν το εγκρίνεις να μου δώσεις την ηθική σου υποστήριξη.
-Τα έχεις και τα δυό Μάρκο, τράβα μπροστά!
-Ο νεαρός άνδρας σήκωσε τα μάτια του, αντίκρισε τον ηλικιωμένο άνθρωπο, κλείδωσε την ματιά του με την δική του και σαν να μιλούσε στον εαυτόν του, ψιθύρισε: ευχαριστώ κυρ Κώστα, ευχαριστώ πάρα πολύ……….
-Δεν έκανα και τίποτε ρε Μάρκο…..
Όταν επέστρεψαν στο μαγαζί και η Μπάρμπαρα τους ετοίμαζε τους καφέδες, χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο κτηματομεσίτης.
-Έχω ευχάριστα νέα Μάρκο!
- Σε ακούω Τζάκ.
-Μόλις πήρα τηλεφώνημα από τον ιδιοκτήτη και μου είπε πως συμφωνεί με τους όρους σου που του έχω στείλει γραπτώς, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα.
-Τι πρόβλημα;
-Ζητάει τραπεζική ή άλλη εγγύηση για το ενοικιοστάσιο.
-Γιατί;
-Τον ανησυχεί λέγει το νεαρό της ηλικίας σου.
-Τότε ας δώσει το μαγαζί του σε κάποιον που υπηρετούσαν μαζί στον στρατό και εγώ παίρνω το άλλο μαγαζί για να κάνω την δουλειά μου.
-Δεν μπορείς να εξασφαλίσεις μια τραπεζική εγγύηση;
-Ίσως μπορώ, αλλά δεν θέλω.
-Καταλαβαίνεις πως όταν κάποιος σου δίνει ένα ολόκληρο κτίριο, είναι δικαιολογημένος να ζητάει και κάποια εγγύηση….
-Σαν αρχή Τζάκ δεν μου δίνει ένα ολόκληρο κτίριο, απλά μου το νοικιάζει και όταν δεν πληρώνεται το ενοίκιό του μπορεί να με βγάλει έξω και να ξαναπάρει το μαγαζί του.
Κατόπιν του πληρώνω τρεις χιλιάδες λίρες αέρα για το είδος της επιχείρησής του, κάτι που δεν χρειάζομαι και τελικά ξοδεύω γύρω στις δέκα χιλιάδες λίρες για να ανοίξω ένα όμορφο εστιατόριο και να του εξασφαλίσω ένα σταθερό και διαρκές εισόδημα για το κτίριό του, δεν είναι αυτά αρκετή εγγύηση;
-Ναι αλλά αυτός σκέφτεται τι θα γίνει αν εσύ δεν πάς καλά με το εστιατόριο και δεν μπορείς αύριο να του πληρώνεις τα ενοίκια, γι’ αυτό θέλει εγγύηση.
-Κοίταξε Τζάκ, νομίζω πως χαραμίζουμε τον καιρόν μας με αυτόν τον άνθρωπο.
-Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες ζητάνε κάποια εγγύηση Μάρκο.
-Η δική μου εγγύηση είναι τέσσερα χρόνια σε μια επιτυχημένη επιχείρηση, τέσσερα χρόνια πληρωμή των ενοικίων της στοάς μου στον ιδιοκτήτη του κτιρίου, πάντα στην ώρα τους, τρία χρόνια σπουδών για εστιατόρια και άλλον τόσο καιρό εργασία σε διάφορα μαγαζιά από σερβίρισμα μέχρι κουζίνα για να είμαι έτοιμος να ανοίξω το δικό μου μαγαζί και ξέρεις και κάτι άλλο;
-Τι είναι αυτό Μάρκο;
-Όταν κάποιος στη δική μου ηλικία ξοδεύει από δικά του χρήματα δέκα χιλιάδες λίρες για ένα μαγαζί, δεν νομίζω να είναι τόσο χαζός και τόσο επιπόλαιος για να το τινάξει στον αέρα.
-Τι να σου πω Μάρκο, εγώ τη δουλειά μου κάνω….
-Ασφαλώς και κάνεις την δουλειά σου, αλλά θυμάμαι κάτι που μου είπες.
-Τι σου είπα;
-Πώς αν δεν πάρω το μαγαζί ύστερα από την πρόταση που έκανα, θα πρέπει να έχω να κάνω με έναν πολύ δύσκολο ιδιοκτήτη, ή με έναν ανίκανο κτηματομεσίτη, ποιο από τα δύο συμβαίνει εδώ Τζάκ;
Ο Τζάκ δεν απάντησε αμέσως, μόνο ταράχτηκε λίγο και ύστερα από μια μικρή σιωπή λέγει στον Μάρκο:
-Άφησέ το σε μένα, θα πάω να τον δω προσωπικά και έκλεισε το τηλέφωνο.
-Τι τρέχει; ρωτάει ο κυρ Κώστας που παρακολουθούσε τη συνδιάλεξη.
-Θέλει λέει τραπεζική ή άλλη εγγύηση για να μου ενοικιάσει το μαγαζί.
-Χμ! πολλοί ζητούν τέτοιες εγγυήσεις.
-Εγώ δεν θα του την δώσω, γιατί όπως είπα και στον κτηματομεσίτη του έχω δώσει πάρα πολλές εγγυήσεις.
-Σωστά αλλά να μη χάσουμε και το μαγαζί……
-Δεν θα το χάσουμε, θα δεις στο τέλος θα έλθει και θα μας πεί και «παρακαλώ». Πού θα βρει αλλού τόσο ωραίους όρους και τόσο σταθερή επιχείρηση σαν το εστιατόριο, με τον ενοικιαστή να ξοδεύει δέκα χιλιάδες λίρες να ετοιμάσει το μαγαζί;
Με δέκα χιλιάδες αγοράζεις δύο σπίτια, δεν μιλάμε για πενταροδεκάρες, έτσι δεν είναι;
-Συμφωνώ Μάρκο, αλλά αν χρειαστεί μπορώ να εγγυηθώ εγώ για το ενοικιοστάσιο, δεν υπάρχει ζήτημα και αν ακόμη χρειαστείς και μερικά χρήματα να κάνεις την δουλειά σου, μπορώ να σε δανείσω.
-Ευχαριστώ κυρ Κώστα, αλλά δεν θα του κάνω το χατίρι και όσο για χρήματα, έχω μιλήσει στον διευθυντή της τράπεζας και μου είπε πως μπορεί να μου δώσει ένα δάνειο γύρω στις τέσσερις χιλιάδες λίρες χωρίς κανένα πρόβλημα και έτσι μαζί με τις δικές μου αποταμιεύσεις μου φτάνουν και μου περισσεύουν να τελειώσω το μαγαζί.
-Εντάξει, αλλά ό,τι χρειαστείς να ξέρεις πως μπορείς να βασίζεσαι σε εμένα, μου το υπόσχεσαι;
-Ασφαλώς.
Από την ημέρα εκείνη έχουν περάσει τρεις μήνες, τα συμβόλαια για το ενοικιοστάσιο έχουν υπογραφεί, ο Αρχιτέκτων του Μάρκου εργάζεται «πυρετωδώς» κατευθύνοντας και επιστατώντας τους τεχνίτες και τους εργάτες που ετοιμάζουν το καινούργιο μαγαζί βάσει των σχεδίων που έχει εγκρίνει ο Μάρκος, τα έπιπλα έχουν παραγγελθεί και σε άλλους τρεις μήνες το μαγαζί θα είναι έτοιμο!
Η Μπάρμπαρα έχει συμφωνήσει να αναλάβει την διεύθυνση της στοάς και ο Γιώργος έχει δεχτεί την πρόταση του Μάρκου να αναλάβει την διεύθυνση του καινούργιου εστιατορίου, αλλά έμενε ακόμη μια δουλειά να γίνει……………
Την επόμενη Κυριακή επισκέφτηκαν με τη Τζέσσικα τον κυρ Κώστα και την Χέλεν και όταν τελείωσαν το γεύμα, ο Μάρκος ζήτησε συγνώμη και πήρε την κοπέλα για έναν περίπατο στη φάρμα, όπως άλλωστε είχαν κάνει πάμπολλες φορές στο παρελθόν.
Έτσι καθώς περπατούσαν ανάμεσα στα πολύχρωμα λουλούδια κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου και συζητούσαν για ασήμαντα πράγματα, ο Μάρκος σταμάτησε το βήμα του, γύρισε προς το μέρος της κοπέλας, σήκωσε τα μάτια του και τα κάρφωσε στα μπλε μάτια του κοριτσιού που τον κοιτούσαν με περιέργεια.
-Τζέσσικα………
-Ναι Μάρκο;
-Τι θα έλεγες αν σου ζητούσα να γίνεις γυναίκα μου;
-Γυναίκα σου;
-Ναι!
-Μου κάνεις πρόταση γάμου Μάρκο;
-Αυτό προσπαθώ να κάνω…..
-Θα πετούσα από χαρά αγόρι μου, είναι να το ρωτάς; και λέγοντας αυτά τα λόγια, άνοιξε τα χέρια της, τον αγκάλιασε σφιχτά και ένωσε τα χείλη της με τα δικά του……
Όταν επέστρεψαν στο σπίτι και ανακοίνωσαν τα νέα στην Χέλεν και στον κυρ Κώστα, οι άνθρωποι δεν ήξεραν τι να κάνουν για να εκδηλώσουν τον ενθουσιασμό τους.
Βλέπεις, αν και ζούσαν μια όμορφη και άνετη ζωή, τέτοιες δυνατές χαρές ήταν πολύ μετρημένες και αραιές μεταξύ τους και ας μη ξεχνάμε πως ο Μάρκος είχε κατά κάποιο τρόπο μπει στη ζωή τους και τον θεωρούσαν σαν δικό τους άνθρωπο, σαν δικό τους παιδί……
-Τώρα Μάρκο αγόρι μου, πρέπει να διαλέξεις ένα όμορφο δαχτυλίδι για την Τζέσσικα, του λέγει η Χέλεν με ένα χαμόγελο.
-Το έχω εδώ, απαντάει ο Μάρκος και ταυτόχρονα έβγαλε ένα κουτάκι από την τσέπη του.
Δεν το έδωσα στην Τζέσσικα όταν της έκανα την πρόταση γάμου, γιατί ήθελα να είσαστε και εσείς μπροστά όταν της το δώσω, σκέφτηκα πως θα σας άρεσε να γινόσαστε μάρτυρες των αρραβώνων μας, τι λέτε δέχεστε;
-Όχι μόνο δεχόμαστε, αλλά σας δίνουμε και τις καλύτερες ευχές μας, είσθε ένα πολύ όμορφο και ταιριασμένο ζευγάρι, απαντάει η Χέλεν με ένα γλυκό χαμόγελο κοιτάζοντας το νεαρό ζευγάρι στα μάτια.
Κατόπιν ο Μάρκος άνοιξε το κουτάκι, έβγαλε από μέσα ένα όμορφο δαχτυλίδι που το στόλιζε ένα μεγάλο διαμάντι και αργά και με προσεκτικές μετρημένες κινήσεις, πήρε το αριστερό χέρι της Τζέσσικας και της το φόρεσε στο προτελευταίο της δάχτυλο.
Το άσπρο καθαρό δέρμα του προσώπου του κοριτσιού, έγινε απότομα τριανταφυλλί και τα μεγάλα, όμορφα μπλε μάτια της, νοτίστηκαν από δύο ανεπαίσθητα δάκρυα.
Σηκώθηκε από το κάθισμά της, άνοιξε τα χέρια της, έκλεισε τον Μάρκο στην αγκαλιά της και τα όμορφα χείλη της άγγιξαν απαλά τα χείλη του Μάρκου και αυτός ανταπέδωσε το φιλί της αρραβωνιαστικιάς του.
Η Χέλεν είχε πιάσει το χέρι του Κώστα και το κρατούσε σφιχτά, ενώ τα μάτια και των δυό είχαν πλημμυρίσει από δάκρυα χαράς. Ποιος ξέρει; ίσως να θυμήθηκαν τα δικά τους νεανικά χρόνια, ίσως και να εκδήλωναν την χαρά τους γιατί ο Μάρκος ήταν κάτι σαν παιδί τους, είχε γεμίσει ένα μεγάλο κενό στην όμορφη αλλά μοναχική τους ζωή…….
Τώρα οι επισκευές και η ανανέωση του μαγαζιού είχαν τελειώσει, το εξωτερικό μέρος του κτιρίου είχε βαφτεί με απαλά χρώματα που ο Μάρκος και η Τζέσσικα είχαν διαλέξει μαζί με τον Αρχιτέκτονα, οι εξωτερικοί χώροι και οι κήποι είχαν κατάλληλα διαμορφωθεί για να δίνουν ένα Ελληνικό χρώμα και όταν ερχόταν το βράδυ, τα κρυμμένα, διακριτικά φώτα, έστελναν ένα ευχάριστο φωτισμό και τόνιζαν τις όμορφες γραμμές του νεοκλασικού κτιρίου που φάνταζε σαν ένα ταπεινό παλάτι και ομόρφαινε όλο τον δρόμο.
Στην πρόσοψη του κτιρίου και ακριβώς στο κέντρο πάνω από την κύρια είσοδο, είχε τοποθετηθεί μια στενόμακρη πλάκα από άσπρο μάρμαρο(σκεπασμένη προς το παρόν με ένα άσπρο κάλυμμα) που καλλιτεχνικά είχαν χαραχτεί τα ακόλουθα γράμματα σε κλασικό Ελληνικό στυλ:
>Antaras Greek Restaurant<

Ο Γιώργος είχε σταματήσει από την δουλειά του και μαζί με τον Μάρκο κανόνιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες της προετοιμασίας του μαγαζιού και προσλάμβαναν το μελλοντικό τους προσωπικό από τις δεκάδες των ανθρώπων που τηλεφωνούσαν και έκαναν αιτήσεις για να εργαστούν στο καινούργιο εστιατόριο, προσελκυσμένοι από την μεγάλη διαφήμιση που δημοσίευε το Σύδνεϋ Μόρνινγκ Χέραλντ καθημερινά.
Σε λίγες ημέρες θα έρχονταν και τα τραπέζια με τα καθίσματα και δεν έμενε τίποτε άλλο να γίνει από το να κανονιστεί η ημερομηνία που το εστιατόριο θα άνοιγε τις πόρτες του και θα δεχόταν το κοινό, αλλά ο Μάρκος ήθελε να κάνει και εγκαίνια και να καλούσε γύρω στους εκατό ανθρώπους με προσωπικές προσκλήσεις.
Αυτή η δουλειά ανατέθηκε στην Τζέσσικα που έπρεπε να μετατρέψει τα εγκαίνια του μαγαζιού στην μεγαλύτερη διαφήμιση του νέου εστιατορίου, αλλά πώς;
Αποφάσισε να συμβουλευτεί μια παλιά της συμμαθήτρια και καλή της φίλη, που εργαζόταν σαν δημοσιογράφος στο Σύδνεϋ Μόρνινγκ Χέραλντ, που είναι η μεγαλύτερη και πιο σοβαρή εφημερίδα του Σύδνεϋ.
-Τι μπορεί να γίνει για να διαφημιστεί με τον καλύτερο τρόπο το καινούργιο εστιατόριο; Την ρωτάει μια ημέρα.
Η έξυπνη δημοσιογράφος, δίχως να το σκεφτεί και πολύ, της απαντάει πως η ιστορία και μόνο του Μάρκου μπορεί να γίνει ένα ωραίο άρθρο και αφού δημοσιευτεί στην εφημερίδα, θα είναι η καλύτερη διαφήμιση για το μελλοντικό εστιατόριο.
-Θα δημοσιευτεί όμως;
-Τζέσσικα, ο αρραβωνιαστικός σου είναι ένα όμορφο παλικάρι, έχει το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου, είναι η προσωποποίηση του ιδανικού νεοΑυστραλού, που μέσα σε τέσσερα χρόνια κατόρθωσε τόσα πολλά που κάποιος άλλος δεν θα μπορούσε να τα επιτύχει σε μια ολόκληρη ζωή. Ακόμη η ιστορία του μετά την άφιξή του στην Αυστραλία είναι πολύ συγκινητική και γενικά η ζωή του θα κάνει ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, αλλά πρέπει να πείσουμε τον εκδότη μου να δεχτεί να δημοσιευτεί το άρθρο.
-Είναι δύσκολο;
-Τίποτε δεν είναι δύσκολο όταν κάποιος θέλει να βοηθήσει μια καλή φίλη σαν και εσένα.
Πράγματι η Ρωξάνη, έτσι έλεγαν την φίλη της Τζέσσικας, πήγε στον εκδότη της και εξήγησε τη ζωή του Μάρκου από την πρώτη ημέρα που πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία μέχρι σήμερα, τις επιτυχίες του στην επαγγελματική του ζωή, την συνεχή του προσπάθεια να σπουδάσει στον κλάδο των εστιατορίων και τις νυχτερινές βάρδιες σε διάφορα εστιατόρια να μάθει το πρακτικό μέρος της δουλειάς.
Ακόμη του ομολόγησε πως ο νέος αυτός έχει αρραβωνιαστεί μια καλή της φίλη και παλιά της συμμαθήτρια, γιατί έπρεπε να αποφύγει την «σύγκρουση συμφερόντων», όπως λέγονται αυτά τα πράγματα στη γλώσσα των δημοσιογράφων.
Ο εκδότης έδωσε την συγκατάθεσή του και η Ρωξάνη ανέλαβε να γράψει το άρθρο και το ονόμασε: «Το όνειρο του Μάρκου», αλλά έπρεπε πριν δημοσιευτεί να το ελέγξει ο εκδότης.
Η νέα δημοσιογράφος έδωσε τον καλύτερο εαυτό της στη σύνταξη του άρθρου και επιστράτευσε τις πιο όμορφες λέξεις για να βάλει στο χαρτί την ιστορία ενός νέου μετανάστη που από τις πρώτες ημέρες της άφιξής του σε τούτη τη χώρα έβαλε σαν στόχο του την επιτυχία και το κυνήγι ενός ονείρου που τώρα γίνεται πραγματικότητα.
Με τέχνη επιστράτευσε και λίγο συναισθηματισμό και τόνισε το νεαρό της ηλικίας του Μάρκου όταν έφυγε από την Ελλάδα και την αποκοπή του από την μάνα του, την οικογένειά του, τους φίλους του, το γνωστό του περιβάλλον.
Έγραψε χαρακτηριστικά πως όταν οι άλλοι νέοι της ηλικίας του κυνηγούσαν τα γλέντια, τις διασκεδάσεις, τις κοπέλες και έκαναν τις τρέλες τους, ο Μάρκος μάθαινε τα ονόματα των λουλουδιών που θα πουλούσε στο μαγαζί του, την Αγγλική γλώσσα, πήγαινε σε νυχτερινό σχολείο για ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και ανάμεσα σε όλα αυτά εργαζόταν ένα-δύο βράδια την εβδομάδα σε εστιατόρια του Σύδνεϋ, πότε στο σερβίρισμα πότε στην κουζίνα, για να μάθει το πρακτικό μέρος του επαγγέλματος του εστιάτορα. Και ας μη ξεχνάμε πως ο Μάρκος μόλις έκλεισε τα εικοσιδύο του χρόνια!
Αλλά όπως και να το κάνουμε, συνέχιζε στο άρθρο της η Ρωξάνη, μια καρδιά ενός όμορφου μεσογειακού νέου δεν μπορεί να μείνει για πολύ καιρό μόνη!
Μπήκε στη ζωή του η όμορφη Τζέσσικα, που μοιάζει σαν μια ξανθιά Αφροδίτη και είναι σήμερα αρραβωνιαστικιά του και μαζί με τον σύγχρονο Απόλλωνα, τον Μάρκο Αντάρα θα υποδέχονται στο νέο τους όμορφο εστιατόριο, το Antaras Greek Restaurant, τους πελάτες εκείνους που θέλουν , έστω και για λίγο να νοιώσουν Έλληνες και να απολαύσουν την Ελληνική φιλοξενία, το σύγχρονο και κλασσικό Ελληνικό περιβάλλον, την απαλή Ελληνική μουσική και πάνω από όλα, τις παραδοσιακές Ελληνικές λιχουδιές.
Όταν κάποιος δεν μπορεί να πάει στην Ελλάδα να γνωρίσει τους Έλληνες από κοντά, να ακούσει τις όμορφες πενιές του μπουζουκιού, να απολαύσει τη γεύση της Ελληνικής κουζίνας και να ζήσει σε ένα αυθεντικό Ελληνικό περιβάλλον, δεν έχει να κάνει τίποτε άλλο παρά να περάσει ένα όμορφο βράδυ στο Antaras Greek Restaurant που βρίσκεται στο 425 Πάρκ στρήτ και ανοίγει τις πόρτες του για πρώτη φορά στις δέκα του Νοέμβρη, ακριβώς σε τρεις εβδομάδες από σήμερα.
Η άριστη διαμόρφωση του μαγαζιού, τα γλυπτά από την κλασική Ελληνική ιστορία, οι τοιχογραφίες με έντονα Ελληνικά χρώματα, η ελαφριά γοητευτική μουσική του «μπουζουκιού», η ζεστή Ελληνική φιλοξενία και το όμορφο χαμόγελο του νεαρού ιδιοκτήτη, θα κάνουν τον επισκέπτη να νομίζει πως βρίσκεται σε ένα όμορφο νησί του Αιγαίου, ανάμεσα στους Έλληνες.
Έτσι τελείωσε το άρθρο της η νεαρή δημοσιογράφος και όταν το παρουσίασε στον εκδότη της για να το διαβάσει και να το εγκρίνει, εκείνος ενθουσιάστηκε και ρώτησε την Ρωξάνη αν ο Μάρκος και η Τζέσσικα είναι ευπαρουσίαστοι.
-Είναι ένα από τα πιο όμορφα ζευγάρια που μπορεί να συναντήσει κάποιος στους δρόμους του Σύδνεϋ.
-Τότε πρέπει να στείλουμε έναν από τους φωτογράφους μας να τους βγάλει μια φωτογραφία και ακόμη να φωτογραφίσει και το κτίριο από έξω, και θα τις δημοσιεύσουμε μαζί με το άρθρο.
Αλλά στο τέλος του άρθρου θα βάλεις έναν αστερίσκο και θα γράφεις πως η συντάκτης του ανωτέρω άρθρου είναι παλιά συμμαθήτρια και φίλη της Τζέσσικας, αυτό επιβάλει η δημοσιογραφική δεοντολογία.
Όταν σε δύο ημέρες δημοσιεύτηκε το άρθρο της Ρωξάνης στην τρίτη σελίδα της έγκυρης και σοβαρής εφημερίδας με την φωτογραφία του Μάρκου και της Τζέσσικας στο κέντρο και άλλη μία από κάτω με το κτίριο και την πλάκα μπροστά-μπροστά που έγραφε >Antaras Greek Restaurant<, έκανε ωραία εντύπωση στο αναγνωστικό κοινό και πάμπολλοι πελάτες του ανθοπωλείου που τον γνώρισαν στην φωτογραφία, περνούσαν από την στοά και έλεγαν τα καλύτερα λόγια για τον Μάρκο και το άρθρο.
Τις επόμενες ημέρες η εφημερίδα είχε πλημμυρίσει από γράμματα αναγνωστών που άλλοι έγραφαν ότι με τέτοιους μετανάστες η Αυστραλία θα πάει μπροστά, άλλοι εξήραν το αθάνατο Ελληνικό πνεύμα και την ευφυΐα των Ελλήνων και αναφέρονταν στον Οδυσσέα, άλλοι παρομοίαζαν τον Μάρκο με τον Ωνάση και μερικές πλούσιες γριές είχαν τόσο συγκινηθεί από τον δεσμό του Μάρκου με την Τζέσσικα και την ομορφιά των δύο νέων, που ζητούσαν να μάθουν το τηλέφωνο του νέου μαγαζιού για να κλείσουν το συντομότερο τραπέζι και να γνωρίσουν από κοντά το όμορφο ζευγάρι.
Το άρθρο είχε κάνει τόση εντύπωση που δημοσιογράφοι άλλων εφημερίδων, ζητούσαν συνέντευξη από τον Μάρκο και την Τζέσσικα και κάθε ένας με τον δικό του τρόπο έγραφε την ιστορία τους και δημοσίευε τις φωτογραφίες των δύο όμορφων νέων και τα πιο κολακευτικά λόγια για το καινούργιο μαγαζί, την ομορφιά του κτιρίου, την τέλεια διακόσμηση, το Ελληνικό χρώμα με τα αγάλματα, τις τοιχογραφίες, τις κολώνες και μερικές τεχνητές βρυσούλες που έτρεχαν συνέχεια στον κήπο δίπλα από μια σειρά από καταπράσινες πορτοκαλιές.
Το μόνο που απομένει, έκλειναν τα άρθρα τους οι δημοσιογράφοι, είναι να δούμε αν και τα φαγητά του καινούργιου εστιατορίου θα είναι νόστιμα και εναρμονισμένα με την τελειότητα και την ομορφιά του μαγαζιού.
Αυτό όμως αντί να αφαιρέσει κάτι από την διαφήμιση του μαγαζιού, μεγάλωνε το μυστήριο και την αναμονή των μελλοντικών πελατών και έτσι ανέβαιναν οι μετοχές του στα μάτια του κοινού.
Οι φωτογραφίες του Μάρκου και της Τζέσσικας, είχαν τώρα γίνει κάτι σαν δημόσια περιουσία και όταν περπατούσαν στον δρόμο κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, ο κόσμος σταματούσε και τους κοίταζε με περιέργεια σιγοψιθυρίζοντας μεταξύ τους:
«αυτά τα παιδιά είναι ο Μάρκος και η Τζέσσικα που θα ανοίξουν το καινούργιο Ελληνικό εστιατόριο» ενώ κοπάδια από κόσμο συγκεντρώνονταν καθημερινά έξω από το κλειστό για το κοινό μαγαζί και έβγαζαν επιφωνήματα θαυμασμού.
Το μεγαλύτερο σε κυκλοφορία εβδομαδιαίο γυναικείο περιοδικό του Σύδνεϋ, τους έκανε πρόταση να γράψει την ερωτική τους ιστορία, να δημοσιεύσει μια σειρά φωτογραφιών τους από την καθημερινή τους ζωή και ακόμη τους ζήτησε να υπογράψουν μαζί τους συμβόλαιο με μια καλή πληρωμή, για να έχει το περιοδικό την αποκλειστικότητα της δημοσίευσης φωτογραφιών του γάμου τους (όταν θα γίνουν οι γάμοι τους) και της αποκλειστικής τους συνέντευξης από εδώ και στο εξής.
Ασφαλώς ο Μάρκος και η Τζέσσικα απέρριψαν ευγενικά την πρόταση, διότι όχι μόνο δεν ήθελαν «να πουλήσουν» την ιστορία τους, αλλά προπάντων δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να σνομπάρουν την καλή τους φίλη την Ρωξάνη, που πρώτη αυτή τους πρόβαλε στην κοινωνία του Σύδνεϋ με το άρθρο της.
Σε όλη αυτή την ιστορία γινόταν αναπόφευκτα και αναφορά στην στοά με τα λουλούδια γιατί συνδεόταν με την ζωή και την καριέρα του Μάρκου και αυτό είχε στην κυριολεξία πολλαπλασιάσει τον τζίρο της στοάς, μιάς και πολλοί πελάτες έτρεχαν στην στοά του Μάρκου να αγοράσουν λουλούδια και πάρα πολλές κοπέλες περπατούσαν δέκα με είκοσι λεπτά περισσότερο για να αγοράσουν τα λουλούδια του γραφείου τους από τον Μάρκο, προσπερνώντας τα άλλα ανθοπωλεία που βρίσκονταν στο δρόμο τους.
Η Μπάρμπαρα δεν μπορούσε να τα βγάλει πέρα με το προσωπικό της, γιατί η αύξηση του τζίρου έγινε απότομα και δεν είχε το χρονικό περιθώριο να προσλάβει και άλλο προσωπικό και έτσι ο Μάρκος με την Τζέσσικα αναγκάστηκαν να τρέξουν στην στοά να την βοηθήσουν αφήνοντας τις τελευταίες λεπτομέρειες του ανοίγματος του εστιατορίου στον Γιώργο.
Έλα όμως που η παρουσία του ζευγαριού στη στοά αύξανε την περιέργεια του κοινού και από στόμα σε στόμα ο κόσμος μάθαινε πως ο Μάρκος και η Τζέσσικα βρίσκονταν τώρα στη στοά και πούλαγαν λουλούδια;
Υπήρχαν στιγμές στο διάστημα της ημέρας που οι πελάτες περίμεναν στη σειρά να σερβιριστούν και μερικές νέες κοπέλες ζητούσαν από τον Μάρκο και την Τζέσσικα να τους υπογράψουν και αυτόγραφα……..
Η Τζέσικα με τη βοήθεια της Ρωξάνης είχε αναλάβει να τυπώσει τα προσκλητήρια και τα δύο κορίτσια μαζί με τον Μάρκο συμπλήρωσαν έναν κατάλογο από εκατό διαλεκτά ονόματα που θα καλούσαν στα εγκαίνια του μαγαζιού.
Κάλεσαν τον γενικό πρόξενο της Ελλάδας στο Σύδνεϋ με την γυναίκα του, τον κυρ Κώστα και την Χέλεν, την Μπάρμπαρα και τον άνδρα της, τους γονείς της Τζέσσικας, δυό-τρεις φίλους του Μάρκου, τον Νίκο, ιδιοκτήτη του «Σειρήνα» και πρώην αφεντικό του Μάρκου και του Γιώργου, την Ρωξάνη με τον φίλο της, τον εκδότη του Σύδνεϋ Μόρνινγκ Χέραλντ και την γυναίκα του, τον αρμόδιο για εστιατόρια δημοσιογράφο της ίδιας εφημερίδας, δυο-τρία ζευγάρια δημοσιογράφους από άλλες εφημερίδες και το γυναικείο περιοδικό.
Ο Μάρκος πρόσθεσε στην λίστα των καλεσμένων και τον Σταμάτη Κατηφόρη από το άλλο Ελληνικό εστιατόριο και ας μην του έδωσε δουλειά στην κουζίνα του μαγαζιού του.
Κατόπιν η Ρωξάνη πρότεινε να καλέσουν και μερικούς από την υψηλή κοινωνία του Σύδνεϋ, διότι χωρίς τέτοια ονόματα, δεν θα είχαν μεγάλη δημοσιογραφική κάλυψη τα εγκαίνια του μαγαζιού.
Κάλεσαν έναν υπουργό, δύο βουλευτές (έναν από τα δύο μεγάλα κόμματα), ηθοποιούς, ζωγράφους, μοντέλα, συγγραφείς, δικαστικούς, καθηγητές πανεπιστημίου, επιχειρηματίες, τον διευθυντή της τράπεζας του Μάρκου και στο τέλος ο Μάρκος ζήτησε να καλέσουν και τον Αρχιεπίσκοπο της Ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στην Αυστραλία μαζί με δύο βοηθούς του.
Όταν τελείωσε ο κατάλογος και έγινε η άθροιση, είχαν φτάσει τους εκατόν δώδεκα και η Τζέσσικα ρώτησε ποιόν να αφαιρέσουμε;
-Θα έλθουν όλοι απαντάει ο Μάρκος, μια ντουζίνα άνθρωποι παραπάνω μπορούν να βολευτούν άνετα, εξ άλλου μπορεί πολλοί να μη δεχθούν την πρόσκληση, αλλά για την ιστορία, τελικά αποδέχτηκαν όλοι την πρόσκληση εκτός από κάποιον γέρο δικαστικό και τον Σταμάτη τον Κατηφόρη που όπως θυμόμαστε, δεν ήθελε να κάνει το εστιατόριό του «εργοστάσιο ανταγωνιστών του», αλλά τελικά τι κατόρθωσε;
Τελικά φτάσαμε στην βραδιά των εγκαινίων και τα πάντα είχαν κανονιστεί και τακτοποιηθεί με σχολαστική ακρίβεια.
Το μαγαζί ήταν πεντακάθαρο, οι κήποι δροσεροί και περιποιημένοι , ο φωτισμός μέσα και έξω ήταν άριστος και το κτήριο από μακριά φάνταζε σαν ένα πανέμορφο μικρό παλατάκι.
Το προσωπικό που είχε πολύ προσεκτικά διαλεχτεί για την εμφάνιση, ευγένεια, καλούς τρόπους και προπάντων πείρα, είχε αρχίσει εργασία και τα γκαρσόνια νεαροί άνδρες και κοπέλες είχαν πιάσει τα πόστα τους και περίμεναν τους καλεσμένους.
Στην κουζίνα, ο αρχιμάγειρας ο Δημήτρης, ένας πολύ καλός τεχνίτης που είχε εργαστεί στην Αθήνα, στο Λος Άντζελες και στο Σύδνεϋ, μαζί με τους βοηθούς του είχε κανονίσει τα πάντα στην εντέλεια. Δεν ήθελε μόνο να ετοιμάσει καλούς μεζέδες και να μαγειρέψει νόστιμα φαγητά, αλλά φρόντιζε οι Ελληνικές του συνταγές να ταιριάζουν με τις προτιμήσεις των καλεσμένων διότι ό,τι αρέσει στους Έλληνες, δεν αρέσει υποχρεωτικά και στους ξένους.
Για παράδειγμα το πολύ λάδι δεν αρέσει στους Αγγλοσάξονες και η ταραμοσαλάτα δεν πρέπει να περιέχει πάρα πολύ ταραμά, όπως και τα τυροπιτάκια δεν πρέπει να περιέχουν πάρα πολλή φέτα τυρί και το φύλο τους πρέπει να είναι πολύ-πολύ λεπτό.
Όλα αυτά τα γνώριζε ο Δημήτρης και η ικανότητά του να μετατρέπει και τις πιο δύσκολες Ελληνικές συνταγές σε φαγητά που ταίριαζαν σε ανθρώπους με άλλες προτιμήσεις, ήταν μοναδική.
Ο Γιώργος, σαν διευθυντής του εστιατορίου, ήταν ντυμένος με το μπλε κουστούμι του, το παπιγιόν του, τα όμορφα μαλλιά του περιποιημένα και ομορφοχτενισμένα και περίμενε τους καλεσμένους στην πόρτα με ένα χαμόγελο «από εδώ μέχρι εκεί πέρα».
Ο Μάρκος είχε ντυθεί κατά προτροπή της Τζέσσικας με ένα όμορφο σακάκι ανοιχτού χρώματος, κάτι μεταξύ γκρίζου και λευκού, καφετί παντελόνι, μεταξωτό άσπρο πουκάμισο και ένα παπιγιόν ανοικτού καφετί χρώματος.
Η Τζέσσικα είχε ράψει για την περίσταση ένα πολύ όμορφο φόρεμα σε ανοιχτό χρώμα βερίκοκου, μακρύ και σε στυλ αρχαίας Ελληνικής γυναικείας ενδυμασίας, κάτι σαν τα φορέματα που φορούν οι Ελληνίδες σύγχρονες κοπέλες όταν παραδίνουν την Ολύμπια φλόγα στις χώρες που πρόκειται να αναλάβουν την τέλεση των ολυμπιακών αγώνων.
Τα όμορφα μακριά ξανθά της μαλλιά, είχαν τυλιχτεί σε ένα πανέμορφο υψηλό κότσο και αυτό της έδινε μια ξέχωρη ομορφιά και έμοιαζε σαν μια αρχαία Ελληνίδα ιέρεια. Τα γεμάτα στητά στήθη της, η λεπτή της μέση, ο μακρύς της λαιμός, η ίσια σαν κυπαρίσσι κορμοστασιά της, η καθαρή της επιδερμίδα και τα ελκυστικά μπλε μάτια της, συμπλήρωναν την εικόνα μια πολύ όμορφης γυναίκας.
Σε κάποια στιγμή την πλησίασε ο Μάρκος και της ψιθύρισε στο αυτί πώς είναι η πιο όμορφη γυναίκα του κόσμου και εκείνη αντί για απάντηση τον κοίταξε στα μάτια και του χαμογέλασε ντροπαλά.
Η Ρωξάνη ήταν επικεφαλής της όλης παράστασης και υπεύθυνη των δημοσίων σχέσεων.
Το κύριο μέλημά της ήταν να πάνε όλα καλά και όλοι οι καλεσμένοι να συστηθούν στον Μάρκο και την Τζέσσικα και μεταξύ τους και γενικά να μη μείνει κανείς απομονωμένος, χωρίς παρέα, χωρίς ποτό χωρίς ένα αστείο. Όλα έπρεπε να κινηθούν ομαλά, όμορφα, αθόρυβα, σαν μια καλολαδωμένη μηχανή.
Σε μια γωνία ανάμεσα στο άγαλμα του Δία και της Αθηνάς, είχε τακτοποιηθεί μια μικρή ορχήστρα από δύο μπουζούκια, μια κιθάρα, ένα κλαρίνο και ένα βιολί και έπαιζε σιγανή, ελαφριά Ελληνική μουσική.
Τα πάντα ήταν έτοιμα και τα γκαρσόνια πηγαινοέρχονταν με τους δίσκους γεμάτους διαλεχτούς ελληνικούς μεζέδες και διάφορα ποτά, από ελληνική ρετσίνα, έως ούζο.
Όταν οι καλεσμένοι κάθισαν στις προκαθορισμένες τους θέσεις και τα γκαρσόνια σέρβιραν το κύριο φαγητό, η Ρωξάνη ανέβηκε στην μικρή εξεδρούλα της ορχήστρας, ευγενικά ζήτησε την προσοχή όλων και άρχισε με τα ακόλουθα λόγια:
«Σεβασμιότατε, αξιότιμε κύριε γενικέ πρόξενε της Ελλάδας, αξιότιμε κύριε υπουργέ, κύριοι βουλευτές, αξιότιμοι προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι.
Εκ μέρους του Μάρκου Αντάρα, της αρραβωνιαστικιάς του δεσποινίδας Τζέσσικα Λόρενς και όλου του προσωπικού του Antaras Greek Restaurant, σας ευχαριστώ που μας τιμήσατε απόψε με την παρουσία σας και σας καλωσορίζω σε αυτή εδώ την ελληνική γωνιά.
Κάποιος καλεσμένος πριν από λίγο, μου είπε πως εδώ κάποιος νοιώθει Έλληνας και εγώ θα πρόσθετα πως όπως και να το κάνουμε, κάθε ένας από εμάς είναι και λίγο Έλληνας.
Όλοι έχουμε πάρει κάτι από την Ελλάδα και τον πολιτισμό της.
Αν ανοίξουμε το λεξικό και αναζητήσουμε την προέλευση των λέξεων θα διαπιστώσουμε πως πάρα πολλές όμορφες λέξεις, έχουν τη ρίζα τους στην ελληνική γλώσσα.
Ο δημοκρατικός τρόπος που διοικείται η χώρα μας και όλες οι άλλες πολιτισμένες δημοκρατικές χώρες του κόσμου, βασίζονται στην ιδέα και τα ιδανικά της δημοκρατίας που κληρονομήσαμε από τους αρχαίους Έλληνες.
Όταν οι άλλοι λαοί προσπαθούσαν να ανακαλύψουν τον εαυτόν τους, οι Έλληνες μιλούσαν για φιλοσοφία, για νόμους, για τέχνες, για θέατρο, για επιστήμες, για μαθηματικά, για ανώτερα ιδεώδη, έχτιζαν Παρθενώνες και μετέδιδαν στους άλλους λαούς τις παραπάνω αξίες.
Δεν θέλω να σας κουράσω με την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας, απλά θέλω να τονίσω πως όλοι μας έχουμε κάτι ελληνικό μέσα μας και όλοι μα ς χρωστάμε κάτι στους Έλληνες.
Απόψε, κάθε ένας από εσάς πρέπει να νοιώθει άνετα σε αυτόν τον χώρο γιατί βρίσκεται στα χέρια του Μάρκου Αντάρα και οι Έλληνες έχουν μια λέξη που καμιά άλλη γλώσσα στον κόσμο δεν κατόρθωσε να μεταφράσει απόλυτα και να της δώσει το πραγματικό της νόημα.
Και αυτή η λέξη λέγεται στα ελληνικά φιλοξενία, που θα πει φίλος των ξένων.
Πόσο ποιο πλούσια θα ήταν η Αγγλική γλώσσα αν παράλληλα με την ξενοφοβία (xenophobia), είχε υιοθετήσει ατόφια και την ελληνική λέξη της φιλοξενίας και την ονόμαζε philoxenia, αντί για χοσπιτάλιτυ όπως είναι στα Αγγλικά;
Ποιος ξέρει; ίσως κανείς άλλος λαός να μην αγαπάει τους ξένους τόσο πολύ, όσο τους αγαπούν οι Έλληνες, γι’αυτό κρατούν αυτή τη λέξη για τον εαυτόν τους.
Ας αισθανθούμε λοιπόν όλοι μας άνετα σε αυτόν τον χώρο, ας διασκεδάσουμε και ας ευχηθούμε στον Μάρκο κάθε επιτυχία στο καινούργιο του εστιατόριο.
Ας είμαστε ακόμη βέβαιοι πως εδώ μαζί με την ελληνική φιλοξενία οι πελάτες του μαγαζιού θα απολαμβάνουν τις καλύτερες ελληνικές και ξένες λιχουδιές, την άριστη περιποίηση και το όμορφο ελληνικό περιβάλλον που προσεχτικά και με επιμέλεια έχει μεταφυτέψει ο Μάρκος στο Antaras Greek Restaurant.
Ο Μάρκος μετέτρεψε σήμερα ένα του όνειρο σε μια ατράνταχτη πραγματικότητα και θέλω να σηκώσουμε όλοι τα ποτήρια μας και να του ευχηθούμε «καλή επιτυχία».
-Καλή επιτυχία….. ακούστηκε από το κοινό.
Σας ευχαριστώ και πάλι για την παρουσία σας και καλή διασκέδαση.
Όταν η κοπέλα τελείωσε την ομιλία της, οι προσκεκλημένοι ξέσπασαν σε χειροκροτήματα και ένας ηλικιωμένος καθηγητής πανεπιστημίου των αρχαίων ελληνικών, πλησίασε τον Μάρκο και άρχισε να του μιλάει στην αρχαία ελληνική γλώσσα και να υπογραμμίζει τα αρχαία ελληνικά ιδεώδη.
Η ορχήστρα έπαιζε σε χαμηλό τόνο όμορφες ελληνικές μελωδίες και αυτός με την κιθάρα, τραγουδούσε τώρα ένα όμορφο τραγούδι που έλεγε:
«Σαν τα μάρμαρα της πόλης πέρα στην Αγια-Σοφιά,
έτσι τα έχεις ταιριασμένα, μάτια φρύδια και μαλλιά………»
και ο κυρ Κώστας που συζητούσε με τον Αρχιεπίσκοπο, στο άκουσμα των λέξεων του τραγουδιού, σήκωσε το βλέμμα του και αντίκρισε την Τζέσσικα που κρατώντας το χέρι του αρραβωνιαστικού της, πήγαινε από το ένα ζευγάρι στο άλλο, ανταλλάσσοντας δυό κουβέντες με τους καλεσμένους και σκορπίζοντας όμορφα χαμόγελα.
Την άλλη ημέρα οι κοσμικές στήλες των εφημερίδων ήταν γεμάτες με φωτογραφίες από τα εγκαίνια του Antaras Greek Restaurant και το Σύδνεϋ Μόρνινγκ Χέραλντ δημοσίευσε μια φωτογραφία του Μάρκου και της Τζέσσικας που χαμογελαστοί πόζαραν μπροστά σε μια τοιχογραφία που απεικόνιζε μια Ελληνίδα χωριάτισσα με τσεμπέρι, ανεβασμένη σε ένα όμορφο γαϊδουράκι που τραβούσε τον δρόμο του………….
Γιάννης Γκότσης (Κόρος)
Σύδνεϋ Αυστραλίας.

ΥΓ. Η παραπάνω ιστορία δεν είναι πραγματικότητα, ούτε και αναφέρεται σε υπαρκτά πρόσωπα.
Απλά σκιαγραφεί την σκληρή εργασία, την αποφασιστικότητα και την επιμονή ενός νέου Έλληνα μετανάστη που είχε βάλλει στο μυαλό του να φτάσει κάπου και το πέτυχε!
Μέσα όμως από αυτή τη διήγηση, διακρίνει κάποιος και την αγάπη των Ελλήνων μεταναστών για την πατρίδα τους και την προσπάθεια που κάθε ένας κάνει με τον δικό του τρόπο προσπαθώντας να διατηρήσει και να εξυψώσει το ελληνικό όνομα στον τόπο που ζει.
Ο Μάρκος το πέτυχε με το μαγαζί του και ο κυρ Κώστας με τις αναφορές του στον Ωνάση…..
Γ.Γκ.